Προβολή: El Secreto De Sus Ojos – Το Μυστικό στα Μάτια της

1279190760338_1baae0b776175f6a7d09c26d638622e9

Ένα συγκλονιστικό θρίλερ, από αυτά που μένουν στο μυαλό για πολύ καιρό, σαν μια εμμονή από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις όσο κι αν προσπαθείς, το «Μυστικό Στα Μάτια Της» του Χουάν Καμπανέλα δένει αριστοτεχνικά μια ερωτική ιστορία και ένα αξεδιάλυντο μυστήριο, φεύγει από τα Όσκαρ με το αγαλματίδιο Ξενόγλωσσης Ταινίας υπό μάλης και γράφει την δική του ιστορία. Η προβολή της θα γίνει στις 20:30 το βράδυ, την Δευτέρα 20 Ιανουαρίου, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

Ταξί (1996)

taxi-movie-poster-1996Συνήθως οι ταινίες που αναφέρονται στο φασισμό και στα παρακλάδια του είναι αμιγώς πολιτικές. Βαρύ το θέμα, ανάλογο και το ύφος της ταινίας. Σπάνια η παγκόσμια φιλμογραφία μας έδωσε μια αντιμετώπιση του φαινομένου από μια άλλη οπτική γωνία όπως η αλληγορική Λευκή Κορδέλα που παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα ή όπως αυτή εδώ που από άποψη ύφους στέκεται στον αντίποδα. Δεν περιέχει δύσκολα νοήματα, η πολιτική του ματιά δεν είναι έντονη και όσο κ αν έψαξα δεν κατάφερα να βρω δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης.
Εδώ ο κεντρικός πυλώνας γύρω απ’ τον οποίο χτίζονται όλα είναι ο έρωτας και ο Κάρλος Σάουρα μας λέει ότι αυτό το λουλούδι δύσκολα μπορεί να φυτρώσει (πόσο μάλλον να ανθίσει) στο ζοφερό περιβάλλον του νεοφασισμού. Διασταλτικά ο Σάουρα μας βάζει το ερώτημα για το αν ο έρωτας μπορεί να ζήσει σε ένα περιβάλλον που εξ ορισμού τον σκοτώνει. Κι αυτό γιατί ο φασισμός ανάμεσα σ’ όλα τα άλλα καταστροφικά για τον άνθρωπο χαρακτηριστικά που έχει είναι πάνω απ’ όλα ανέραστος. Μπορεί να φαίνεται δευτερεύον αλλά τελικά δεν είναι γιατί σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων πάνω απ’ όλα ο φασισμός μισεί τον ίδιο τον άνθρωπο και καταστρέφει την ίδια την έννοια της ευτυχίας. Έτσι το νεαρό ζευγάρι που πρωταγωνιστεί μάλλον δύσκολα θα μπορέσει να χαρεί το έρωτά του.
Ως προς τα τεχνικά του στοιχεία όλα εδώ λειτουργούν άψογα. Η αφήγηση δεν κάνει κοιλιές, το πρωταγωνιστικό δίδυμο στέκεται μια χαρά, η μουσική (κυρίως απ’ τους Mano Negra) είναι εκπληκτική, αλλά πάνω απ’ όλα η Μαδρίτη κινηματογραφείται τέλεια από αυτόν τον μεγάλο μάστορα της φωτογραφίας που λέγεται Vittorio Storaro. Αυτός ο τελευταίος θα έλεγα ότι είναι το μεγάλο ατού της ταινίας που καταφέρνει να αλλάξει την ατμόσφαιρα της ταινίας σε χρόνο μηδέν και να σε στείλει χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις απ’ το θρίλλερ μέχρι το ρομαντισμό χωρίς όλα αυτά να μοιάζουν αταίριαστα.
Συμπερασματικά έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ενδιαφέρουσα και σκεπτόμενη νεανική ταινία, απ’ αυτές που μπορούν να βοηθήσουν να σκεφτεί ακόμα και ο πιο απολιτίκ και αδιάφορος περί τα πολιτικά έφηβος ή νεαρός για το πως ο φασισμός μπορεί να διαβρώσει όχι μόνο την κοινωνία αλλά και την ίδια την ατομική ευτυχία.

Kolya

KolyaΤρεις δεκαετίες μετά την μεγάλη ακμή του τσεχοσλοβάκικου νεοκυματικού κινηματογράφου που απέφερε δυο ξενόγλωσσα όσκαρ με το Μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού (1965, του Ján Kadár) και τον Άνθρωπο Που Έβλεπε Τα Τρένα Να Περνούν (1967, του Jiří Menzel) το χρυσό αγαλματίδιο ξαναήρθε στην τεμαχισμένη, από το 1993, αυτή τη φορά Τσεχία με τον πολυσυζητημένο Kolya. Και αν οι δυο προαναφερθείσες ταινίες είχαν σαν φόντο τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και έντονες επιροές απ’ τον ιταλικό νεορεαλισμό, αυτή εδώ η πανέμορφη ταινία χτίζεται πάνω στην Βελούδινη Επανάσταση  της Πράγας για να δώσει μια πανάλαφρη, σχεδόν «βελούδινη» αίσθηση αλλά και ένα βαθειά ανθρώπινο χαρακτήρα.
Ο Louka λοιπόν είναι ένας μεσήλικας, ταλαντούχος αλλά μπατίρης μουσικός που ωστόσο δεν παραλείπει να απολαμβάνει τις χαρές τις ζωής. Πιεσμένος απ’ τα οικονομικά προβλήματα δέχεται την πρόταση ενός γνωστού του να κάνει έναν εικονικό γάμο με μια ρωσίδα προκειμένου η τελευταία να καταφέρει να μείνει στην Πράγα. Το σχέδιο όμως στραβώνει και έτσι η ρωσίδα φεύγει απ’ την Τσεχοσλοβακία και σαν να μην έφτανε αυτό του αφήνει αμανάτι τον μικρό της γιο Kolya που δεν ξέρει λέξη τσέχικα. Έτσι μέσα από αυτή την περιπέτεια που ο Louka στην αρχή την αντιμετωπίζει σαν αγγαρεία θα αναπτυχθεί μια όμορφη φιλία που θα δώσει καινούργιο νόημα στην ζωή του.
Το άρωμα της ανατολικής Ευρώπης είναι διάχυτο παντού, το ίδιο και η μουσική της, παρόλη όμως την ανθρωπιά που ξεχειλίζει από παντού μια υφέρπουσα απειλή φαίνεται να κρέμεται πάνω απ΄ την Πράγα και τους ανθρώπους της. Η καταρρέουσα όπου νά ΄ναι Σοβιετική Ένωση απειλεί να πάρει μαζί της στον γκρεμό όχι μόνο ανθρώπους αλλά και χώρες ολόκληρες. Τελικά οι ανθρώπινες σχέσεις θα παραμείνουν ζωντανές και η μελωδία του πιάνου αλλά και ο τελικός αποχαιρετισμός των δυο πρωταγωνιστικών χαρακτήρων θα μείνουν να μας υπενθυμίζουν πως οι άνθρωποι πάντα χρειάζονται ο ένας τον άλλον και πολύ περισσότερο όταν όλα γύρω μυρίζουν ότι έρχεται κάτι απειλητικό. Τρία λοιπόν τα βασικά σημεία της ταινίας αυτής που δείχνουν να ευθυγραμμίζονται απόλυτα σε μια λεπτή και ίσως αδιόρατη ευθεία, αυτή της ανθρωπιάς: η παιδική φιγούρα του Kolya, η μουσική που απλώνει τα ευγενικά της πέπλα παντού και ο ειρηνικός χαρακτήρας της Βελούδινης Επανάστασης. Και βέβαια η προέκταση της γραμμής αυτής βάρεσε κατακούτελα την ακαδημία των Όσκαρ. Επικουρικά σε όλα τα παραπάνω κι ένα διακριτκό χιούμορ που όμως είναι τόσο ταιριαστό με την ατμόσφαιρα της ταινίας χωρίς ποτέ να είναι ούτε χοντροκομένο ούτε παράταιρο.
Όσο για τον δημιουργό του Jan Sverak, αυτή εδώ είναι σίγουρα η κορυφή του σε μια ανοδική μεχρι τότε πορεία. Το επίτευγμα του ξενόγλωσσου όσκαρ μάλιστα παραλίγο να το πετύχει το 1991 με το μάλλον ισάξιο Elementary School που εγκαινιάζει την συνεργασία του με τον πατέρα του (και πρωταγωνιστή του Kolya Zdeněk Svěrák) στο σενάριο.

Walk the Line

Και τι δεν έζησε αυτός ο άνθρωπος. Για δέκα ζωές! Σχεδόν πενήντα αδιάλειπτα χρόνια μουσικής (όσο λίγοι άλλοι στη σύγχρονη μουσική), ναρκωτικά, αλκοόλ, παρανομία. Μια ζωή σαν παραμύθι που στο ένδοξο τέλος της τοποθέτησε τον Johnny Cash (1932 – 2003) στην κορυφή της λαϊκής αμερικάνικης μουσικής παρέα με τον Bob Dylan. Και αυτός αντί να ακολουθήσει την μοιραία πτωτική πορεία σχεδόν όλων των μουσικών που τα γεράματα έρχονται να τους φθείρουν και να εξαφανίσουν την έμπνευση και την όρεξή τους, αυτός κατάφερε να πάει κόντρα στη φύση. Στα μέσα των ’90ς, σχεδόν στα 65 του και με 40 μουσικά χρόνια στην καμπούρα του αυτός τρέλανε τον κόσμο. Στα περίφημα τέσσερα άλμπουμ του στην American Recordings και με τη βοήθεια του παραγωγού Rick Rubin, τον ακούσαμε να διασκευάζει καλλιτέχνες που έχουν τα μισά, ίσως και παραπάνω, χρόνια του και που ούτε που θα σου πήγαινε το μυαλό σου ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί μαζί τους: Depeche Mode, Danzig, Beck, Soundgarden, Tom Petty, U2, Nick Cave και  ένα σωρό ακόμα. Ένα ακόμα δείγμα του πόσο μεγαλοπρεπής και ακομπλεξάριστος ήταν αυτός ο τύπος αλλά και πόσο μεγάλο μυαλό ήταν στα εβδομήντα του όταν παίρνει ένα τόσο αταίριαστο γι’ αυτόν ρεπερτόριο και το κάνει εντελώς δικό του. Και πόσο σε αφήνει να μείνεις με ανοιχτό το στόμα σαν χάνος όταν τον ακούς να διασκευάζει τόσο εκπληκτικά το Hurt των Nine Inch Nails λίγους μήνες πριν πεθάνει.

Αυτή λοιπόν η τόσο εκπληκτική η ζωή περνάει τόσο ωραία στο κινηματογραφικό πανί στο Walk the Line υπό την διεύθυνση του αμερικανού σκηνοθέτη James Mangold, το 2005, δυο χρόνια μετά τον θάνατο του Cash. Η Αμερική της δεκαετίας του ’50 αναπαρίσταται με μαεστρία, η μουσική έχει φυσικά τον πρώτο λόγο, χωρίς όμως να καπελώνει την πλοκή και την αφήγηση της ζωής αυτού του μεγάλου αμερικανού. Η ταινία επικεντρώνεται στην περίοδο της πρώτης του μεγάλης ακμής απ’ το πρώτο του single στην Sun (τον Ιούνιο του ’55, έναν ακριβώς  χρόνο μετά την κυκλοφορία  του πρώτου single του Elvis στην ίδια εταιρία), τα πρώτα χρόνια της επιτυχίας, τον έρωτά του με την June Carter, τις περιπέτειές του με το νόμο και τις καταχρήσεις, μέχρι την περίφημη συναυλία του στις φυλακές του Folsom και τελικά τον γάμο του με την Carter το 1968. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο Joaquin Phoenix και Reese Witherspoon δίνει ότι καλύτερο και η ροή της ταινίας κάνει τις δυο και κάτι ώρες της να φεύγουν σα νεράκι. Εν ολίγοις έχουμε να κάνουμε με μια απ’ τις καλύτερες μουσικές βιογραφίες που είδαμε ποτέ.

Μέχρι τη Δευτέρα λοιπόν μπορείτε να τον απολαύσετε στην απίστευτη διασκευή του στο Solitary Man του Neil Diamond σε μια ανατριχιαστική ερμηνεία και που συμβαίνει να είναι ένα απ’ τα αγαπημένα μου τραγούδια ever! Γιατί καμιά φορά τα αριστουργήματα δε χρειάζονται παρά μια ψυχωμένη φωνή και μια κιθάρα να τα σιγοντάρει!

Breaking the Waves

Κάθε ταινία του δανού Lars von Trier είναι φτιαγμένη για να συζητηθεί. Κι αν αυτό είναι πλέον κοινός τόπος σήμερα στην σχεδόν τριαντάχρονη πορεία του μπορεί να σκεφτεί κανείς τι σοκ προκάλεσε αυτή εδώ περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν μιας και ήταν η πρώτη του με την οποία συστήθηκε στο ευρύ κοινό. Οι συζητήσεις πήγαιναν κι ερχόντουσαν, μπόλικο μελάνι χύθηκε από κριτικούς και μη, το όνομά του άρχισε να μπαίνει παντού, αλλά η αλήθεια παραμένει μία: ότι πρόκειται για μια εκπληκτική ταινία που όχι μόνο τον έβαλε στα μεγάλα σαλόνια, ακόμα και στα όσκαρ αλλά σήμερα, αποτιμώντας το έργο του, μπορούμε να την ξαναθυμηθούμε με ανοιχτή ματιά και ενδεχομένως παραμερίζοντας στην άκρη τον τόσο δύστροπο και κατα γενική ομολογία αχώνευτο χαρακτήρα του. Όντως ο Trier μαζί με τον Ingmar Bergman (φαίνεται τό ‘χουν στο αίμα τους αυτοί οι σκανδιναβοί) πρέπει να είναι οι πιο αντιπαθητικοί δημιουργοί του σινεμά ever. Όμως πρέπει να αξιολογούμε πάντα το έργο του κάθε καλλιτέχνη και όχι το χαρακτήρα του και υπό αυτήν την οπτική γωνία οφείλει ο καθένας να παραδεχτεί ότι ποτέ μια ταινία του Trier δεν μπορεί να είναι αδιάφορη.

Στο προκείμενο τώρα, η τανία αφηγείται την ιστορία της Μπες, μιας άβγαλτης ερωτικά και μάλλον ψυχικά διαταραγμένης και καταπιεσμένης σκωτσέζας, η οποία σε πείσμα της θρησκόληπτης οικογένειάς της παντρεύεται έναν εντελώς κόντρα τύπο για την κοινωνία της, τον Γιαν. Δεν προλαβαίνουν να χαρούν τίποτα και ο Γιαν μένει παράλυτος από ένα εργατικό ατύχημα. Από μια παράξενη διαστροφή ή κατά βάθος από αίσθημα αυτολύπησης την ωθεί να βρει εραστή μιας και αυτός είναι σεξουαλικά ανίκανος και αυτή όχι μόνο τον υπακούει αλλά πιστεύει ότι αυτό είναι και το θέλημα του Θεού. Ο περίγυρός της φυσικά σχεδόν την αφορίζει κοινωνικά αλλά αυτή πλέον είναι ανίκανη να σκεφτεί την κοινωνική της θέση και ωθούμενη τυφλά αποκλειστικά απ’ την αγάπη της για τον Γιαν φτάνει στα άκρα.

Όποιος θα δει το Breaking the Waves θα αναρωτηθεί: Τι είναι τούτο το πράμα; Μια βλασφημία προς το πρόσωπο του Θεού, ένας ύμνος στην απόλυτη αγάπη, μια γερή κλωτσιά στα αχαμνά όλων των απανταχού συντηρητικών κοινωνιών και μυαλών; Είναι όλα αυτά μαζί!  Αλλά  και ταυτόχρονα η τέλεια ερμηνεία της Emily Watson (που προτάθηκε για όσκαρ εκείνη τη χρονιά) και γι’ αυτό το λόγο μια κατά βάθος «γυναικεία» ταινία (εδώ που τα λέμε είναι η τρίτη συνεχόμενη «γυναικεία» ταινία που προβάλουμε) αλλά τόσο διαφορετική απ’ ότιδήποτε έχουμε συναντήσει στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Και βέβαια είναι η καλύτερη επιλογή για να ξεκινήσει κανείς την γνωριμία του με τον Trier.

DVD εφημερίδων 31/3-1/4

Από αυτή την Παρασκευή και κάθε Παρασκευή θα προσπαθούμε να σας ενημερώνουμε για διάφορα αξιόλογα DVD που θα κυκλοφορούν με τις εφημερίδες του κάθε Σαββατοκύριακου. Βέβαια όπως θα έχετε παρατηρήσει η κρίση χτύπησε και αυτόν τον τομέα και πλέον ελάχιστες είναι οι εφημερίδες που προσφέρουν ταινίες. Οπότε οι παλιές καλές εποχές που με αυτόν τον τρόπο βρήκαμε αριστουργήματα μάλλον έχει περάσει, ελπίζω όχι ανεπιστρεπτί. Επίσης θα σας ενημερώνουμε για κάποιες αξιόλογες νέες κυκλοφορίες που θα εμφανίζονται και θα τις παίρνουμε είδηση.

Αρχίζουμε με τον Ελεύθερο Τύπο που προσφέρει μονοκοπανιά πέντε ταινίες του Χίτσκοκ της δεκαετίας του 30. Πρόκειται δηλαδή για την ομιλούσα βρετανική περίοδό του και μάλιστα για το δεύτερο μισό των 30ς όπου εδώ πλέον αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα χαρακτηριστικά της χιτσκοκικής φιλμογραφίας που φυσικά θα τελειοποιηθούν στην Αμερική απ’ το 1940 και μετά.  Χρονολογικά είναι οι εξής:
Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά (The Man who Knew too Much, 1934)
Σαμποτάζ (Sabotage, 1936)
Μυστικός Πράκτορας (Secret Agent, 1936)
Νέοι και Αθώοι (Young and Innocent, 1937)
Η Εξαφάνιση της Κυρίας (The Lady Vanishes, 1938)
Πρόκειται όντως για πολύ καλές επιλογές για την συγκεκριμένη περίοδο του Χίτσκοκ με μία μόνο ένσταση: αν στη θέση του Sabotage ή του Secret Agent (που είναι τα πιο αδύναμα της πεντάδας) υπήρχαν Τα 39 Σκαλοπάτια  (39 Steps, 1935) τότε θα μιλούσαμε για το top 5 της ομιλούσας βρετανικής περίοδου του. Φυσικά η συγκεκριμένη περίοδός του είναι αρκετά κατώτερη απ’ την αμερικάνικη η οποία έχει καλυφθεί αρκετά ικανοποιητικά στο παρελθόν με τρεις κασετίνες στα Νέα και το Βήμα. Ωστόσο  ο Δεσμώτης του Ιλίγγου (Vertigo, 1958), η καλύτερη ταινία του και μια απ’ τις καλύτερες στην ιστορία του σινεμά, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει εμφανιστεί ποτέ με εφημερίδα.

Δεύτερη επιλογή απ’ την Real News. Η συγκεκριμένη εφημερίδα εδώ και κάποιες εβδομάδες τό ‘χει ρίξει στα γουέστερν, τα περισσότερα απ’ τα οποία είναι μάπες. Ωστόσο εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αξιόλογη επιλογή. Πρόκειται για το Σπασμένο Βέλος (Broken Arrow, 1950) με τον James Stewart το οποίο ανήκει στην χρυσή εποχή του αμερικάνικου γουέστερν και μάλιστα είναι από κείνες τις λίγες που οι Ινδιάνοι είναι οι καλοί σε μια εποχή που το Hollywood δεν τα έκανε κάτι τέτοια. Προτάθηκε για τρία όσκαρ (β’ ανδρικού για τον Jeff Chandler, διασκευασμένου σεναρίου και φωτογραφίας) αλλά δεν πήρε κανένα.

Silvana Mangano – El Negro Zumbon

Τι σου είναι αυτές οι ιταλίδες πάντως ρε φίλε! Έχουν μια άλλα κλάση όπως και να το κάνεις. Και δε μιλάω για τα κουνελάκια του Μπερλουσκόνι αλλά για τις κλασσικές ντίβες του ιταλικού κινηματογράφου που μέχρι και τις μέρες μας κάνουν τον κόσμο να παραμιλάει. Ανάμεσά τους και σε περίοπτη θέση η Silvana Mangano (1930-1989) που για λίγα λεπτάκια κοσμεί με την παρουσία της το Nuovo Cinema Paradiso που θα δούμε αύριο με ένα κλασσικό απόσπασμα απ’ την ταινία Anna (1951, σκηνοθεσία Alberto Lattuada) και αφηγείται την ιστορία μιας στριπτιτζούς που έγινε, λέει, καλόγρια. Μαζί της ο κακός Vittorio Gassman που την παρέσυρε στο βούρκο της ακολασίας αλλά αυτός που κέρδισε την καρδιά της είναι ο Raf Vallone (ηθοποιός, δημοσιογράφος, δικηγόρος, αντάρτης-κομμουνιστής στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και δεξί χαφ στην Τορίνο στη δεκαετία του ’30, μη γελάτε δεν κάνω πλάκα).

Και φυσικά το τραγούδι που έγινε καραχίτ στα 50ς το El Negro Zumbon το οποίο η Silvana παρουσιάζει με τυπικά ιταλικό σκέρτσο και νάζι. Φυσικά η φωνή δεν ανήκει στην Silvana αλλά στην Flo Sandon, η οποία είπε την original εκτέλεση, κυκλοφορημένη στις 78 στροφές το 1952 στην ετικέτα Durium (κωδ. κυκλοφορίας A 9942). Και για να πω την αλήθεια τώρα που το ξανακούω, απορώ πως και δεν το έχουν ξεθάψει κι εδώ στην Ελλάδα μιας και μου μοιάζει ότι θα ήταν τέλειο για αποκριάτικο καρναβάλι. Του χρόνου λοιπόν που θα βγάλουμε άρμα στο καρναβάλι κάποιον θα ντύσουμε Silvana Mangano που θα παρελαύνει με μουσική υπόκρουση το El Negro Zumbon.