Ne Le Dis À Personne

Ένα Χιτσκοκικών προδιαγραφών θρίλερ, μοντέρνο στην απόδοσή του αλλά παραδοσιακό στην σύλληψή του, το «Ne Le Dis A Personne» κλείνει το αφιέρωμά μας στην σχέση Κινηματογράφου-Βιβλίου. Ένα θρίλερ καταστάσεων και αγωνίας, όπου οι κεντρικοί χαρακτήρες βρίσκονται εν μέσω γεγονότων που δεν μπορούν να ελέγξουν, το πόνημα του Γάλλου Γκιγιάμ Κανέ προσφέρει δύο σφιχτές ώρες που κυλάνε πανεύκολα.

Η πλοκή της υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από τον γιατρό Αλεξάντρ Μπεκ, ο οποίος προσπαθεί να ξαναφτιάξει την ζωή του μετά την άγρια δολοφονία της γυναίκας του από έναν κατα συρροήν δολοφόνο. Οχτώ χρόνια μετά, δείχνει να τα καταφερνει, ώσπου εμπλέκεται σε μια διπλή δολοφονία, με άφθονα στοιχεία εναντίον του, για την οοία όμως δεν έχει ιδέα. Κάποια στιγμή λαμβάνει ένα e-mail το οποίο φαίνεται να έχει σταλεί από την νεκρή γυναίκα του, με ένα βίντεο που την δείχνει ολοζώντανη και μια μικρή φράση σαν κείμενο: «Μην το πεις σε κανέναν». Καθώς ένα πολύπλοκο μυστήριο αρχίζει να ξεδιπλώνεται, ο Αλεξαντρ προσπαθεί όχι μόνο να βρει την λύση του, αλλά και να γλιτώσει τον εαυτό από ένα έγκλημα με το οποίο δεν έχει καμία σχέση.

Βασισμένο στο ομώνυμο μπεστ σελλερ του Χαρλαν Κομπεν – από το οποίο αποκλίνει σε μερικά σημεία αλλά όχι ως προς το κυρίως θέμα του – , η ταινία κινείται αποτελεσματικά στην παράδοση των μυστηριακών θρίλερ της Χιτσκοκικής εποχής του Χόλλυγουντ, αλλά μέσα από ένα Ευρωπαϊκό πρίσμα και χωρίς το φανφαρονικό στυλ της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Πιό «δικό μας» και με μεγαλύτερη έμφαση στους χαρακτήρες, το «Μην Το Πεις Σε Κανέναν» (όπως αποδώθηκε στα ελληνικά) κάνει την δουλειά για την οποία φτιάχτηκε: να αποδώσει ένα δαιδαλώδες μυστήριο με τρόπο κατανοητό και ευκολανάγνωστο για τον θεατή, χωρίς να κουράζει. Εύσημα μπορούν να αποδωθούν στον σκηνοθέτη, αλλά και στους πρωταγωνιστές, κυρίως στον Φρανσουά Κλουζέτ – τον οποίον απολαύσαμε στους καλοκαιρινούς «Άθικτους» – ο οποίος κρατάει θαυμάσια τον ρόλο του γιατρού Αλεξάντρ.

To «Μην Το Πεις Σε Κανέναν» δεν είναι το αριστούργημα που θα φιγουράρει στο μέλλον σαν «κλασικό» – αν και σάρωσε τα Σεζάρ, τα αντίστοιχα Γαλλικά Όσκαρ – αλλά, σε τελική ανάλυση, ποιός νοιάζεται; Η κινηματογραφική αξία μιας ταινίας αποδεικνύεται μέσα από την αντοχή της στον χρόνο, αλλά και από το κατά πόσο αγγίζει τον θεατή και πόσο βαθιά. Δεν ξέρουμε πόσο αντέχει η συγκεκριμένη αλλά, τους λάτρεις μιας καλοφτιαγμένης ταινίας, σίγουρα τους αγγίζει και με το παραπάνω.

The Name Of The Rose

Δεν είναι καθόλου εύκολο να μεταφέρεις ένα βιβλίο στην μεγάλη οθόνη, ιδιαίτερα από την στιγμή που το βιβλίο αυτό θεωρείται κλασικό. O Ουμπέρτο Έκο, στην διάρκεια της πολύχρονης συγγραφικής καριέρας του, μας έχει δώσει τουλάχιστον δύο βιβλία που εντάσσονται σ’αυτή την κατηγορία: «Το Εκκρεμές Του Φουκώ» και «Το Όνομα Του Ρόδου». Μόνο το δεύτερο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο – ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ έκανε μια απόπειρα να συζητήσει με τον Έκο για την μεταφορά του «Εκκρεμούς», αλλά οι συζητήσεις ναυάγησαν. Φήμες θέλουν τον Έκο δυσαρεστημένο με την κινηματογραφική μεταφορά του «Ροδου» αλλά επιτρέψτε μας να διαφωνήσουμε: ένα βιβλίο που θεωρείται κλασικό, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σαν μια ταινία που, επίσης, έχει βρει την θέση της στο Πάνθεον των κλασικών ταινιών.

Ιταλία, 14ος αιώνας. Στην καρδιά του Μεσαίωνα. Ο Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ, φραγκισκανός μοναχός, και ο βοηθός του Άντσο του Μελκ, καλούνται σε ένα αββαείο δομινικανών μοναχών για να ερευνήσουν έναν θάνατο που έλαβε χώρα στο μοναστήρι, λίγο πριν ένα σημαντικό θεολογικό συνέδριο. Για να πετύχει στην αποστολή του και να διελευκάνει το μυστήριο του τραγικού αυτού γεγονότος, ο Γουλιέλμος θα χρησιμοποιήσει το αναλυτικό μυαλό του και την ικανότητά του στην συλλογή στοιχείων, πράγμα που θα τον φέρει σε σύγκρουση με τις μεσαιωνικές ιδεολογίες των μοναχών, αλλά και θα τον οδηγήσει στην αποκάλυψη πολύ περισσότερων μυστικών απ’ότι θα μπορούσε να φανταστεί.

Ο Ζαν-Ζακ Ανό είχε πει στον Ουμπέρτο Έκο ότι υπάρχει μόνο ένας σκηνοθέτης που θα μπορούσε να σκηνοθετήσει το «Όνομα Του Ρόδου»: ο ίδιος. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια προετοιμασίας, ταξιδιών σε ολόκληρη την Ευρώπη, τέσσερις(!) σεναριογράφοι και ένα ανελέητο κάστινγκ για να βρεθούν οι ηθοποιοί που θα ταίριαζαν στο εμμονοληπτικό όραμα του Γάλλου σκηνοθέτη. Το αποτέλεσμα δικαιώνεται ιστορικά. Η ταινία παραμένει πιστή στο πρωτότυπο – όσο πιστό μπορεί να είναι ένα σενάριο σε ένα βιβλίο το οποίο θεωρείται (και είναι) από τα πιό βαριά και κουραστικά – , η ατμόσφαιρα μεσαιωνικής παρακμής και μυστικισμού βγάζει μάτι χάρη στην εκπληκτική φωτογραφία του «παζολινικού» Τονίνο Ντέλι Κόλι, και οι κεντρικοί πρωταγωνιστές βρίσκονται στα καλύτερά τους και σε ρόλους που τους ταιριάζουν γάντι.
Πέρα από το σταριλίκι της εποχής, ο Σων Κόνερι δίνει μια μεστή ερμηνεία στον κεντρικό ρόλο του Γουλιέλμου, ο νεαρός – τότε – Κρίστιαν Σλέητερ δίνει την καλύτερή του ερμηνεία σε μια καριέρα πλούσια αλλά εντελώς επίπεδη, ενώ ο Φ. Μάρευ Αμπραχαμ, αμέσως μετά το Οσκαρικό «Αμαντέους», είναι απολαυστικός ως Ιεροεξεταστής Βερνάρδος του Γκυ (υπαρκτό πρόσωπο που έστειλε αρκετούς αθώους στην πυρά). Το μάτι, βέβαια, κολλάει στους μοναδικής εμφάνισης (και ασχήμιας!) κομπάρσους, αλλά και στον πολυαγαπημένο μου Ρον Πέρλμαν, εξαιρετικό στον ρόλο του καμπούρη Σαλβατόρε.

Κάποιος που έχει διαβάσει το βιβλίο, μοιραία θα το συγκρίνει με την κινηματογραφική του μεταφορά. Σαν θεατής όμως, ίσως και να επιβάλλεται η αποστασιοποίηση. Σαν ταινία, μπορεί το «Όνομα Του Ρόδου» να χαρακτηριστεί κλασικό; Σ’αυτό δεν θα απαντήσουμε εμείς. Θα απαντήσει ο ίδιος ο θεατής, ο οποίος και επιβαρύνεται με την συγκεκριμένη «ευθύνη»: ή να το αγαπήσει, ή να το μισήσει, ή να το αγνοήσει εντελώς. Από την μεριά μας, το «Όνομα Του Ρόδου» είναι μια ταινία που δεν μπορεί να λείπει από κανένα αφιέρωμα για την σχέση Κινηματογράφου-Λογοτεχνίας, αλλά και από την συλλογή οποιουδήποτε κινηματογραφόφιλου που αγαπάει τον κινηματογράφο ως Τέχνη και όχι ως προϊόν.

Django Unchained

Πάρτε ένα κινηματογραφικό είδος που έχει να δει άσπρη μέρα από τη δεκαετία του ’90 (το γουέστερν). Βάλτε του μια γερή δόση κυνισμού, μια πρέζα μαύρου χιούμορ, μερικά γερά ονόματα του κινηματογραφικού στερεώματος. Δώστε το μείγμα σε έναν από τα πιο «κακά παιδιά» του σελλυλόιντ (τον Κουέντιν Ταραντίνο). Το αποτέλεσμα; Django Unchained.

Στην – χρονική και χωρική – καρδιά της Άγριας Δύσης, ο Γερμανός κυνηγός κεφαλών Δρ. Κινγκ Σουλτζ ελευθερώνει τον μαύρο σκλάβο Τζάνγκο και τον παίρνει μαζί του ως βοηθό. Στην διάρκεια εκπλήρωσης των «συμβολαίων» τους, ο Δρ. Σουλτζ κάνει μια συμφωνία με τον Τζάνγκο: να τον βοηθήσει να εντοπίσει και να σκοτώσει τους αδερφούς Μπριτλ. Σε αντάλλαγμα, ο Δρ. Σουλτζ θα βοηθήσει ώστε να απελευθερωθεί η γυναίκα του Τζάνγκο από τα νύχια του σκληρού κτηματία Κάλβιν Τζ. Κάντυ.

Ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν είναι απλός σκηνοθέτης. Κάθε φορά που βρίσκεται πίσω από την κάμερα, αποτίει φόρο τιμής στον κινηματογράφο που τον μεγάλωσε, τόσο αυτόν, όσο και γενιές ολόκληρες κινηματογραφόφιλων. Από τα blacksploitation της δεκαετίας του ’70 («Jackie Brown») ως τις περιπέτειες πολεμικών τεχνών του Μπρους Λι (με τα δύο «Kill Bill»), κάθε ταινία του Ταραντίνο αποτελεί αναβίωση: του κινηματογραφικού είδους, των χαρακτήρων, της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης. Φυσικά, ένα homage στα σπαγγέτι γουέστερν που ανέδειξαν ονόματα σαν του Σέρτζιο Λεόνε, δεν θα μπορούσε να λείπει από την συλλογή του. Ο ίδιος (όπως ισχυρίζεται) το γυρόφερνε καιρό. Το «Django Unchained» είναι η επιτομή μιας προσπάθειας που ξεκίνησε από το 2007, με ένα σενάριο που γράφτηκε και ξαναγράφτηκε επί τέσσερα χρόνια. Αξίζει τον κόπο; Όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, η απάντηση είναι ένα εμφατικότατο «ΝΑΙ».
Εκτός από τα σενάριά του, ο Ταραντίνο έχει «το κοκαλάκι της νυχτερίδας» και στους ηθοποιούς. Θυμάστε πως βγήκε από την αφάνεια ο Τζων Τραβόλτα με το «Pulp Fiction», πως ξαναθυμηθήκαμε την «Βασίλισσα του Blacksploitation» Παμ Γκριρ στο «Jackie Brown», πως ένας Αυστριακός ηθοποιός ονόματι Κριστόφ Βαλτζ ήρθε από το πουθενά στην Αμερική και σάρωσε κάθε πιθανό κι απίθανο βραβείο ερμηνείας με το «Inglorious Basterds». Εδώ δεν έχουμε περίπτωση «ανάστασης» αλλά, όπως πάντα, ο Ταραντίνο πιάνει έναν έναν τους ηθοποιούς του από το χέρι και τους οδηγεί σε ύψη που δεν έχουν ξαναφτάσει στο παρελθόν: ο απαστράπτων Λεονάρντο Ντι Κάπριο γίνεται ένα από τα πιο μισητά καθάρματα που έχει δει η μεγάλη οθόνη, ο Τζέημι Φοξ είναι τόσο ανάγλυφος ώστε λες και έχει γεννηθεί για τον ρόλο του Τζάνγκο και ο Κριστόφ Βαλτζ δείχνει με τον πιο εμφατικό τρόπο οτι ο Ταραντίνο του πάει πολύ: η ερμηνεία του δεν έχει το μπρίο και την αίγλη ενός Χανς Λάντα, αλλά φτάνει και περισσεύει για να του δώσει το δεύτερο Όσκαρ της καριέρας του.
Βγαλμένο, θαρρείς, από το καναβάτσο του Σέρτζιο Λεόνε, και με μουσική που θα ζήλευε κι αυτός ο Ντιμίτρι Τιόμκιν, το «Django Unchained» είναι ένα καθαρόαιμο γουέστερν, από αυτά που τόσο έχουν λείψει, στους λάτρεις αλλά και στους γενικά κινηματογραφόφιλους. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε «φαινόμενο» αλλά δεν θα πάμε τόσο μακριά. Απλά θα καταλήξουμε στο ότι δικαιολογεί απόλυτα τον δημιουργό του και την «αρρώστια» του, μια αρρώστια που κάνει τον καθένα που αγαπάει τον κινηματογράφο να μασάει τα νύχια του από αγωνία κάθε φορά που το «τρομερό παιδί από το Τενεσσι» ανακοινώνει ότι ετοιμάζει καινούρια ταινία.

Bad Santa

Όσο και να φαίνεται παράξενο, υπάρχει καταγεγραμμένη φοβία και έχει επίσημα αναγνωρισμένο όνομα: santaphobia. Το να φοβάσαι τον Άγιο-Βασίλη ή, στην περίπτωση μικρών παιδιών, να σε πιάνει υστερικός φόβος στην θέα του πασίγνωστου, γενειοφόρου, ερυθροντυμένου και πολυαγαπημένου παππούλη. Δεν μου προκαλεί εντύπωση – ο εν λόγω λαϊκός ήρωας έχει κάτι το μεταφυσικά τρομακτικό πάνω του, αόρατο με την πρώτη ματιά, κάτω από την γλυκύτατη και καλοσυνάτη εμφάνισή του, αλλά αδιόρατα εμφανές στο βάθος. Ο Κινηματογράφος σπάνια έχει  εκμεταλλευτεί αυτό το χαρακτηριστικό αλλά, όποτε το κάνει, τα αποτελέσματα είναι από εντυπωσιακά (στο αριστουργηματικό «Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης» του Τιμ Μπάρτον) μέχρι…κωμικοτραγικά. Όπως στο «Bad Santa» του Τέρρυ Ζούιγκοφ.

Ο Γουίλλυ Τ. Στόουκς και το φιλαράκι του Μάρκους έχουν βρει έναν πανέξυπνο – και αλάνθαστο τρόπο – να ξαφρίζουν τα πολυκαταστήματα σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α : κάθε χρόνο, ο Γουίλλυ πιάνει δουλειά ως Αη-Βασίλης, υποδεχόμενος τα παιδάκια που κάνουν το παν για να συναντήσουν το πολυαγαπημένο τους είδωλο, και ο Μάρκους – όντας νάνος – «παίζει» το ξωτικό. Όταν το πολυκατάστημα κλείνει, το ζευγάρι πιάνει δουλειά. Τα πάντα κυλούν σχετικά ομαλά – με τα προβλήματα, τα σκαμπανεβάσματα, τα εκνευριστικά πιτσιρίκια που φέρνουν τον Γουίλλυ στα πρόθυρα της έκρηξης – , ώσπου, σε ένα πολυκατάστημα του Φοίνιξ, ένα παιδάκι φέρνει τα πάνω – κάτω στην ζωή τους. Ο Θέρμαν, παιδάκι απροσάρμοστο, παχύσαρκο και στόχος πειραγμάτων από τους νταήδες της γειτονιάς του, πιστεύει πραγματικά ότι ο Γουίλλυ είναι ο Αη-Βασίλης.

Οι κωμωδίες καταστάσεων είναι γενικά ένα δύσκολο κινηματογραφικό είδος. Ικανές για τα πιο ωραία αποτελέσματα, αλλά και για απίστευτες αποτυχίες, απαιτούν έναν συχνά αλάνθαστο συνδυασμό αφηγηματικού ρυθμού, αίσθησης του χιούμορ και έλλειψη ευκολίας. Το χιούμορ είναι εύκολο να γίνει χοντροκομμένο και να περάσει αλλά να μην ακουμπήσει από το μυαλό του θεατή – ελάχιστοι είναι οι σκηνοθέτες που έχουν έμφυτη αυτή την αίσθηση, και θυμόμαστε ιερά τέρατα του είδους, σαν τον Φρανκ Οζ ή τον Μπλέηκ Έντουαρντς. Ο Τέρρυ Ζούιγκοφ δεν ανήκει σ’αυτή την λίστα των Εκλεκτών, αλλά δεν τα πάει κι άσχημα: το «Bad Santa» (εντελώς αποτυχημένος, κατά την γνώμη μου, ο ελληνικός τίτλος του) είναι ίσως η καλύτερη ταινία στο σχετικά μικρό σκηνοθετικό βιογραφικό του.
Ίσως να οφείλεται στο ότι, γενικά, δεν έχει και πολύ δουλειά να κάνει. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένα στακάτο σενάριο από το δίδυμο Γκλεν Φικάρα και Τζων Ρέκουα, το χεράκι των αδερφών Κοέν στην παραγωγή και, πάνω απ’όλα, ένα υποδειγματικό καστ στους πρωταγωνιστικούς αλλά και στους δεύτερους ρόλους, αρκούν για να σηκώσουν όλο το βάρος της ταινίας. Αλάνθαστο δέσιμο των δύο πρωταγωνιστών, με τον πολύ Μπίλι Μπομπ Θόρντον να αποδεικνύει το ταλέντο του και στην κωμωδία (υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα), τον νάνο Τόνι Κοξ να σιγοντάρει άνετα (θυμάμαι τους Γουόργουικ Ντέιβις και Πίτερ Ντίνκλεητζ και διαπιστώνω πόσο ταλέντο έχουν τελικά οι «μικροί άνθρωποι») και τον μικρούλη – τότε – Μπρετ Κέλλυ να είναι γεννημένος για τον ρόλο του απροσάρμοστου αλλά τελικά γλυκύτατου Θέρμαν. Δίπλα τους, ακολουθούν πάραυτα και πανεύκολα η Λώρεν Γκράχαμ και οι αδικοχαμένοι Τζων Ριττερ και Μπερνι Μακ.

Μέρες που είναι, ας μην κρίνουμε τον Αη-Βασίλη. Είτε είναι πραγματικά ο καλοσυνάτος, γλυκούλης Santa Claus του παγωμένου Βορρά, που επιβραβεύει τα καλά παιδάκια με τα δώρα του και τα καθίζει στα γόνατά του, είτε είναι ο πικρόχολος, απατεώνας, μισάνθρωπος Γουίλλυ Τ. Στόουκς που κοντεύει να σκάσει από τα νεύρα κάθε φορά που ένα πιτσιρίκι τραβολογάει τον δύσμοιρο γονιό του προς το μέρος του ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένο, ο Αη Βασίλης είναι αναπόσπαστο μέρος του συλλογικού υποσυνείδητου ενός ολόκληρου πολιτισμού: του Δυτικού. Τον αγαπάμε, τον μισούμε, είμαστε αδιάφοροι. Αλλά, στην τελική ανάλυση, πρέπει να το παραδεχτούμε: δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν!

El Laberinto Del Fauno

Καταφεύγει κάποιος στο όνειρο, όταν η πραγματικότητα γύρω του γίνεται αφόρητη. Το όνειρο προσφέρει ελπίδα σωτηρίας, καταφύγιο απ’όσα δεν μπορεί να διαχειριστεί, έναν δρόμο από το σκοτάδι στο φως. Λίγη σημασία έχει αν το όνειρο είναι πλασματικό, κι αν όσα προσφέρει είναι τόσο απτά όσο ο ατμός που γλιστράει γύρω από τα δάχτυλα. Σημασία έχει η διαφυγή. Η πραγματικότητα δεν είναι το ζητούμενο, είναι η φυλακή. Το όνειρο είναι το κλειδί σ’ένα αναπόφευκτο κελί.

Ισπανία, 1944. Ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει σχεδόν τελειώσει με νίκη των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο και οι λιγοστοί θύλακες ανταρτών που γλίτωσαν προσπαθούν να επιβιώσουν. Σ’αυτό το σκληρό περιβάλλον, η μικρή Οφηλία μετακομίζει από την πόλη στο δάσος, μαζί με την έγκυο μητέρα της, στο σπίτι του σκληρού Λοχαγού Βιδάλ. Εκεί, ανακαλύπτει έναν παλιό, πέτρινο λαβύρινθο, γεμάτο ονειρικά και φανταστικά πλάσματα που θα δοκιμάσουν τον χαρακτήρα της, την δύναμή της και την φαντασία της.

Οι Ισπανοί έχουν μια μοναδική ματιά για το ονειρικό, και κανείς καλύτερος στον τομέα αυτόν από τον Guillermo Del Torro. Από την πρώτη του κιόλας ταινία, το υποτιμημένο «Kronos» και το εξίσου θαυμάσιο «Devil’s Backbone» ως τα χολυγουντιανά Hellboy και το πρόσφατο «Pacific Rim», ο Del Torro δεν αρκείται στην στεγνή – και, συχνά στυγνή – πραγματικότητα. Είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου η φαντασία τρέχει με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, ένα αυτοκίνητο που όμως έχει στο τιμόνι έναν πεπειραμένο οδηγό. Στον «Λαβύρινθο Του Πάνα» αυτή η φαντασία βρίσκεται στο απόγειό της. Ολόκληρες μυθολογίες έχουν ξεσηκωθεί και μπλεχτεί μεταξύ τους με άφταστη μαεστρία και, σε συνδυασμό με την σεμιναριακού επιπέδου φωτογραφία του Guillermo Navario, προσφέρουν μια κινηματογραφική εμπειρία προορισμένη να μείνει στην μνήμη και στην ιστορία. Είναι λίγες οι σύγχρονες ταινίες που μπορούν να χαρακτηριστούν άφοβα ως «αριστούργημα», και ο «Λαβύρινθος Του Πάνα» είναι σίγουρα μια από αυτές.
Συνοδοιπόροι σ’αυτό το φανταστικό ταξίδι, οι πρωταγωνιστές της ταινίας δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, με πρώτον και καλύτερο τον Σέρζι Λόπεζ, ανατριχιαστικό στον ρόλο του Λοχαγού Βιδάλ. Η μικρή Ιβάνα Μπακιέρο διαπρέπει κι αυτή σαν Οφηλία, δίνοντας μια συγκινητική και δυναμική ερμηνεία, ενώ πραγματικός ερμηνευτικός άθλος – κι ας μην φαίνεται με την πρώτη ματιά – είναι ο ρόλος του Φαύνου, ερμηνευμένος αβανταδόρικα από τον Αμερικάνο Νταγκ Τζόουνς, κάτω από βαρύ μακιγιάζ και χωρίς ο ίδιος να ξέρει λέξη Ισπανικά(!). Οι δεύτεροι ρόλοι είναι δεύτεροι μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν υπολείπονται καθόλου σε ποιότητα: η μητέρα της Οφηλία, Κάρμεν, δίνεται πανέμορφα από την Αριάδνα Γκιλ, ενώ η σκληροτράχηλη υπηρέτρια Μερσέντες βρίσκει το τέλειο πρόσωπο στην – «μπαρουτοκαπνισμένη» στον Ισπανικό Κινηματογράφο –  Μαριμπελ Βερντού.

Καταφύγιο στ’όνειρο. Ο Guillermo Del Torro μας πιάνει το χέρι και, με όχημα την φαντασία, μας ταξιδεύει. Ένα ταξίδι κινηματογραφικά μοναδικό, ένα ταξίδι στο οποίο, όπως σε όλα τα ταξίδια, σημασία δεν έχει ο προορισμός. Σημασία έχει το ίδιο το ταξίδι και η απόλαυσή του.

Before The Devil Knows You’re Dead

Μια παλιά, Ιρλανδική ευχή λέει : «Είθε να πας στον Παράδεισο μισή ώρα πριν ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανες.» Οι Ιρλανδοί αρέσκονται σε ανάλογες ευχές – μερικές φορές αστείες, άλλες πάλι σκοτεινές, αλλά που πάντα αντικατοπτρίζουν την κωμικοτραγικότητα ενός λαού που, στην διάρκεια της ιστορίας του, έχει τραβήξει τα πάνδεινα. Είναι ένας τρόπος να γελάνε στο πρόσωπο του θανάτου, της κακοτυχίας, της μιζέριας. Είναι ο τρόπος που έχουν για να κοροϊδεύουν τον Διάβολο. Μάταια; Ίσως. Μερικές φορές, ο Διάβολος δεν μπορεί να ξεγελαστεί.

Η ιστορία αρχίζει με τον Άντυ, νεαρό χρηματιστή στη Νέα Υόρκη, που βρίσκεται σε τραγική κατάσταση όταν κινδυνεύει να αποκαλυφθεί ότι καταχράται χρήματα των εργοδοτών του. Αποφασίζει να φύγει για την Βραζιλία, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει συμφωνία έκδοσης εγκληματιών μεταξύ Βραζιλίας και Η.Π.Α, αλλά χρειάζεται λεφτά, τόσο για το ταξίδι, όσο και για την παραμονή του εκεί. Για τον σκοπό αυτό, συλλαμβάνει ένα σχέδιο που θα του εξασφαλίσει τα απαραίτητα λεφτά: την ληστεία ενός κοσμηματοπωλείου και, συγκεκριμένα, του κοσμηματοπωλείου των ίδιων του των γονιών. Στο σχέδιο αυτό μπλέκει και τον αδερφό του Χανκ, ο οποίος αναλαμβάνει το πρακτικό κομμάτι του σχεδίου.

Άλλοι τον προτιμούν Σιντνεϋ Λιούμετ, άλλοι τον θέλουν Σίντνεϋ Λουμέ. Όποια κι αν είναι η προφορά του ονόματός του, ο Αμερικάνος σκηνοθέτης, γέννημα-θρέμμα της Φιλαδέλφειας, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής περιόδου. Μοναδικά ρεαλιστική και δυναμική ματιά, ένας σκηνοθέτης χαρακτήρων και ανθρώπων, ο Λιούμετ βλέπει βρίσκεται εδώ στο απόγειο μιας καριέρας που έχει να επιδείξει ταινίες-παρακαταθήκες: Σκυλίσια Μέρα, Η Ετυμηγορία, Το Δίκτυο. Στο «Πριν Ο Διάβολος Καταλάβει Ότι Πέθανες», κλείνει οριστικά την καριέρα αυτή, βάζοντας το όνομά του στο Πάνθεον των σκηνοθετών που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να ξαναεμφανιστούν – είναι η τελευταία του ταινία, καθώς θα πεθάνει το 2011, σε ηλικία 86 ετών. Όταν, μερικά χρόνια πριν, είχε ρωτηθεί πως θα ήθελε να φύγει, είχε πει «δεν με ενδιαφέρει. Δεν είμαι θρήσκος. Κάψτε με και σκορπίστε τις στάχτες μου πάνω από το Katz’s Delicatessen» (σ.σ εκεί είχε γυριστεί η περίφημη πια σκηνή του ψεύτικου οργασμού στο «Όταν Ο Χάρρυ Γνώρισε Την Σάλλυ»).
Πίσω στην ταινία μας, ο Λιούμετ έχει έναν μοναδικό τρόπο να βγάζει τον καλύτερο εαυτό των ηθοποιών που χειρίζεται. Το είπαμε, εξάλλου: είναι σκηνοθέτης χαρακτήρων. Όλοι οι πρωταγωνιστές λάμπουν με τις ερμηνείες τους μπροστά από την κάμερα : Ο Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν διαπρέπει στον ρόλο του Άντυ, ο Ίθαν Χωκ αστράφτει και βροντάει ως αδύναμος Χανκ και ο Άλμπερ Φίννευ αποδεικνύει πόσο τεράστιος είναι σαν ο πατέρας των δύο. Ερμηνείες για Όσκαρ, σκηνοθετική ματιά που σπάει κόκκαλα από έναν σκηνοθέτη-Εθνικό Θησαυρό, κι ένα σενάριο που μένει στην μνήμη. Δεν νομίζω ότι κάποιος θα ήθελε κάτι άλλο από 123 λεπτά κινηματογραφικής απόλαυσης!

The Girl With The Dragon Tattoo

Δεν είναι λίγοι αυτοί που σκέφτονται τις χώρες ου Σκανδιναβικού Βορρά σαν την Γη της Επαγγελίας, την νέα Αμερική με τις άπειρες ευκαιρίες – και, συγκρίνοντας με τα καθ’υμάς, δεν έχουν και πολύ άδικο. Ειδικότερα η Σουηδία, μια χώρα που χτίστηκε από μετανάστες, φτιαγμένη από φωτιά και πάγο, φιγουράρει πρώτη ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες υψηλού επιπέδου ζωής. Είναι μια εικόνα που μας έχει εντυπωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό, έχει γίνει σχεδόν κομμάτι του συλλογικού υποσυνείδητου των ανθρώπων του Νότου που επιθυμούν κάτι καλύτερο. Αισθανόμαστε, λοιπόν, παράξενα, ίσως και άβολα, όταν έρχονται οι ίδιοι οι Σουηδοί και μας αποκαλύπτουν ένα μαύρο υπόστρωμα κάτω από το απαστράπτον κάλυμμα της χώρας τους, μια ζωή καθόλου ελκυστική, σκοτεινή και εν δυνάμει επικίνδυνη. Αυτό κάνει, με ανατριχιαστική ωμότητα, ο δημοσιογράφος Στιγκ Λάρσον, στην λογοτεχνική τριλογία του «Millenium», της οποίας το «Κορίτσι Με Το Τατουάζ» («Män Som Hatar Kvinnor», «Άντρες Που Μισούν Γυναίκες» ο πρωτότυπος τίτλος) αποτελεί το πρώτο μέρος. Η κινηματογραφική της μεταφορά, από τον Νιλς Άρντεν Όπλεβ δεν υπολείπεται στο ελάχιστο αυτής της ανατριχιαστικής ωμότητας.

Η ιστορία αρχίζει με την δικαστική ήττα του δημοσιογράφου Μίκαελ Μπλόμκβιστ, ο οποίος κατηγορείται από τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία  Χανς-Ερικ Βενερστρομ για συκοφαντική δυσφήμιση. Η ήττα τον γονατίζει, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά, και απειλεί την ζωή του περιοδικού Μιλλένιουμ στο οποίο εργάζεται και του οποίου υπήρξε συνιδρυτής. Μια δεύτερη ευκαιρία όμως του παρουσιάζεται, στο μακρινό και απομονωμένο προάστιο Χέντεσταντ, όταν ο επίσης δισεκατομμυριούχος πατριάρχης της οικογένειας Βανιερ, Χένρικ, του προσφέρει  μια αποστολή. Τυπικά, για τον έξω κόσμο, θα βοηθήσει στην συγγραφή της βιογραφίας όλης της οικογένειας. Ουσιαστικά όμως, καλείται να λύσει ένα μυστήριο που κρατάει εδώ και σαράντα χρόνια: την εξαφάνιση της ανιψιάς του Χένρικ, Χάριετ. Αμοιβή του: ο Χανς-Ερικ Βενερστρομ στο πιάτο. Βοηθός του, η κοινωνικά απροσάρμοστη αλλά ιδιοφυής Λίσμπεθ Σαλάντερ, μια ερευνήτρια και εξπέρ στους υπολογιστές που δουλεύει ανεξάρτητα συγκεντρώνοντας πληροφορίες για λογαριασμό όποιου έχει την ικανότητα να πληρώσει.

Ένας πολύπλοκος λαβύρινθος προσώπων, ιστοριών και καταστάσεων, το βιβλίο του Στιγκ Λάρσον μεταφέρεται πιστά στο εξίσου δαιδαλώδες αλλά όχι κουραστικό σενάριο της ταινίας του Όπλεβ. Με χειρουργική ακρίβεια και με παθιασμένες ερμηνείες, η ιστορία του παρελθόντος εκτυλίσσεται στο πανί σαν ένα ψυχολογικό θρίλερ που δεν χάνει στο ελάχιστο σε ρυθμό και ατμόσφαιρα. Η γκρίζα, καταθλιπτική πλευρά του Βορρά γίνεται το σκηνικό σε ένα θέατρο δολοπλοκιών, μίσους και απελπισίας, αποκαλύπτοντας πολλά για μια κοινωνία που, για τους ξένους, φαντάζει γυαλιστερή, άσπιλη και αμόλυντη. Μια καλοκουρδισμένη μηχανή που λειτουργεί άψογα, αποκαλύπτει τα βρώμικα εντόσθια της, γεμάτα σκόνη, βρωμιά και φαντάσματα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που, μερικά χρόνια αργότερα, ο Ντέηβιντ Φίντσερ θα γυρίσει το remake της ταινίας και πάλι στην Σουηδία. Η ατμόσφαιρα που καθορίζει την ίδια την ψυχή του «Κοριτσιού Με Το Τατουάζ» δεν θα μπορούσε να υπάρξει αλλού.

Για μας τους Νότιους, η λαμπερή και πανέμορφη Σουηδία σηκώνει την απαστράπτουσα φούστα της και μας αποκαλύπτει ένα σκοτεινό εσωτερικό, μια καρδιά που τρομάζει και προκαλεί αμηχανία. Για τους ίδιους τους Σουηδούς – αλλά και όσους άλλους ζουν την καθημερινότητά τους εκεί – είναι μια απόπειρα ενός λαού να καταλάβει λίγο καλύτερα τον εαυτό του, να αντιμετωπίσει τις σκοτεινές πτυχές ενός παρελθόντος που πολλοί αγνοούν και ακόμη περισσότεροι επιλέγουν να αγνοούν. Ό,τι και να’ναι, το «Κορίτσι Με Το Τατουάζ» σοκάρει, προκαλεί και φέρνει σε δύσκολη θέση. Δεν παύει όμως να αποτελεί ένα φαινόμενο, τόσο λογοτεχνικό όσο και κινηματογραφικό.

4 Months, 3 Weeks and 2 Days

Καθώς φτάνουμε στο τέλος του Νοεμβρίου, φτάνουμε και στο τέλος του αφιερώματός μας στον Βαλκανικό Κινηματογράφο. Έναν κινηματογράφο πολύχρωμο, πλούσιο σε συναισθήματα, χωρίς περιστροφές και κρυφά νοήματα. Ο Βαλκανικός Κινηματογράφος είναι πάνω απ΄όλα έντιμος στην απόδοσή του, και κάτι τέτοιο είναι λίγο έως πολύ αναμενόμενο: σε μια περιοχή με δική της, ξεχωριστή προσωπικότητα, σε μια χοάνη λαών, εθνοτήτων και πολιτισμών που έχει ταλαιπωρηθεί αφάνταστα στους αιώνες, δεν χωρούν περιστροφές.
Η Ρουμανία βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ Βαλκανίων και Ανατολικής Ευρώπης. Ένας λαός διφορούμενος, που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην Λατινογενή κληρονομιά της και στο Βαλκανικό αίμα, δεν μπορεί παρά να δώσει έναν κινηματογράφο εξίσου αμφιταλαντευόμενο – από την μια η σπιρτόζα ματιά του «Nunta Muta» (που το απολαύσαμε από την Λέσχη μας), και από την άλλη η σοβαρότητα της ταινίας με την οποία θα κλείσουμε το αφιέρωμά μας.

Ρουμανία, 1987. Η χώρα ζει τις τελευταίες στιγμές της Κομμουνιστικής δικτατορίας του Τσαουσέσκου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου το καθεστώς πνέει τα λοίσθια και κάνει τις τελευταίες, απέλπιδες προσπάθειες να σταθεί όρθιο, δύο συμφοιτήτριες και φίλες, η Οτιλια και η Γκαμπριέλα, πρέπει να πάρουν μια σημαντική απόφαση: η Γκαμπριέλα αν θα τερματίσει παράνομα μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, και η Οτιλια αν θα σταθεί στο πλευρό της φίλης της  ή αν θα υποκύψει στον φόβο μιας κοινωνίας και ενός καθεστώτος που αντιμετωπίζει την έκτρωση σαν έγκλημα.

Άλλη μια προσωπική, ανθρώπινη ιστορία βρίσκεται στο επίκεντρο της σημερινής ταινίας, ένα σκληρό σχόλιο πάνω σε ένα θέμα που, ακόμα και σήμερα, διχάζει – τις εκτρώσεις. Θα μπορούσε αυτό το σχόλιο να δωθεί στο σήμερα και να είναι εξίσου αποτελεσματικό, όμως ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Κριστιαν Μουνγκιου, επιλέγει το χρονικό πλαίσιο της δικτατορίας για να εμπλουτίσει το σχόλιό του με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Το αποτέλεσμα είναι ένα ρεαλιστικό θρίλερ που καταγράφει με ωμό ρεαλισμό και με σχεδόν χειρουργικής ακρίβειας αναλυτικότητα την Οδύσσεια των χαρακτήρων του. Δίκαια απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2007 και εξίσου δίκαια συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες – αν όχι η καλύτερη – Ευρωπαϊκές ταινίες της χρονιάς.

Η Ρουμανία, λοιπόν, κλείνει το αφιέρωμά μας στον Βαλκανικό Κινηματογράφο. Μια χώρα με πολύπλευρη προσωπικότητα, με μια ταυτότητα μοναδική που κινείται ανάμεσα σε δυο κόσμους: στον τυπικά και ουσιαστικά Βαλκανικό, και στην Ανατολική Ευρώπη. Και, ακριβώς όπως αυτή η πολύπαθη των Βαλκανίων κινείται ανάμεσα στην Ανατολή και στην Δύση, δημιουργώντας στο τέλος το δικό της, μοναδικό χρώμα, έτσι και η Ρουμανία βρίσκει τον εαυτό της συγχωνεύοντας όλα αυτά που την περικυκλώνουν. Και ο κινηματογράφος της είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να διαπιστώσει κανείς κάτι τέτοιο.

Σεραγεβο σ’Αγαπώ

Μπορεί ένας πόλεμος να μονοπωλεί το ενδιαφέρον σε κάθε έκφανση της ζωής ενός λαού – φυσικά, και στο σινεμά του – αλλά αυτό στο οποίο πραγματικά αξίζει να επικεντρωθεί κανείς, είναι οι μικρές, ανθρώπινες, προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που τον βιώνουν. Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στον Βαλκανικό Κινηματογράφο, η ταινία «Σεράγεβο σ’Αγαπώ» κάνει ακριβώς αυτό: συγκεντρώνει το βλέμμα και την σκέψη μας σε μια προσωπική ιστορία, η οποία εκτυλίσσεται στην μεταπολεμική Βοσνία, στην πρωτεύουσά της, το Σεράγεβο και, ακόμη πιο συγκεκριμένα, στην συνοικία Γκρμπάβιτσα – το όνομα της οποίας είναι και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας.

Κεντρικό πρόσωπο είναι η Έσμα. Εργαζόμενη σε νυχτερινό κέντρο, με τον άντρα της αγνοούμενο στον πόλεμο και με μια κόρη, την Σάρα, στο μεταίχμιο της εφηβείας, η Έσμα γνωρίζεται με τον Πέλντα, ο οποίος εργάζεται ως μπράβος στο ίδιο μπαρ. Η Σάρα μεγάλωσε πιστεύοντας ότι είναι κόρη ήρωα του Σερβο-Βοσνιακού πολέμου. Ανάμεσα στον έρωτα που αναπτύσσεται με τον Πέλντα, και το ένοχο μυστικό που σημαδεύει την ζωή της, η Έσμα προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες της ταραγμένης ζωής της και παράλληλα να βρει μια δίοδο επικοινωνίας με την κόρη της.

Πέρα από το σουρεαλιστικό χιούμορ το οποίο περιστασιακά μας προσφέρει, το Βαλκανικό Σινεμά είναι, κατά κύριο λόγο, ένα σινεμά που επικεντρώνεται στην τραγικότητα. Είναι φυσιολογικό: τα Βαλκάνια είναι μια χαοτική, ταραγμένη περιοχή, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, μια πραγματική χοάνη ζωών, πολιτισμών και ιδεολογιών, στην οποία ο καθένας βρίσκει αυτό που θέλει, χωρίς στην ουσία να βρίσκει τίποτα. Αναμενόμενα, ο Βαλκανικός Κινηματογράφος αντικατοπτρίζει αυτό το χάος, άλλοτε με ρεαλιστική σκληρότητα, άλλοτε με μια πιο απαλή προσέγγιση που, ωστόσο, δεν στοχεύει στο να απαλύνει τις άκρες μιας πολυτάραχης ζωής. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει η ταινία μας. Σκηνοθετημένη από την Γιασμίλα Ζμπάνιτς, το γυναικείο της άγγιγμα προσπαθεί να μας ενημερώσει και να μας διδάξει, χωρίς υπερβολές και χωρίς να καταφεύγει στις ωμότητες και την σκληρότητα του πολέμου. Μας δίνει μια προσωπική, μικρή ιστορία, σκληρή στην ουσία της αλλά ευαίσθητη στην απόδοσή της.

Ο πόλεμος – οποιοσδήποτε πόλεμος – σίγουρα επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων, πριν, κατά την διάρκεια, αλλά και μετά. Αλλά είναι αυτές οι ζωές, οι μικρές, προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων αυτών, που υφαίνονται στον χρόνο και δημιουργούν την μεγαλύτερη Ιστορία, την ιστορία ενός ολόκληρου λαού που μένει χαραγμένη στην μνήμη. Το Βαλκανικό Σινεμά έχει την τάση να αποδομεί  αυτή την μεγαλύτερη Ιστορία, και να αποδίδει τις μικρότερες ιστορίες που την απαρτίζουν. Με άποψη, τόσο πολιτική όσο και ιδεολογική. Αυτή είναι και η αξία του. Και, ας μην ξεχνάμε, αυτές οι μικρές ιστορίες είναι που έχουν την πραγματική αξία.

This Is England

Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στην παρουσία του φασισμού στην σημερινή εποχή, περνάμε σε μια χώρα που, όσο κι αν πολέμησε το φαινόμενο αυτό, άλλο τόσο ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα από το «Αυγό Του Φιδιού». Μεγάλη Βρετανία, σε μια εποχή που η Μάργκαρετ Θάτσερ κυβερνούσε με σιδερένια πυγμή, σε μια εποχή που ο πόλεμος των Φόκλαντ και η καλπάζουσα ανεργία ωθούσαν στην απογοήτευση και στην απελπισία εκατομμύρια Βρετανών. Μέσα δεκαετίας ’80 και ο νεοναζισμός πραγματικά φάνταζε σαν μια ρεαλιστική εναλλακτική.

Η ιστορία του 12χρονου Shaun θα μπορούσε να φιγουράρει σαν πορτραίτο μιας ολόκληρης γενιάς, μιας γενιάς που ανδρώθηκε μέσα από έναν πόλεμο που φάνταζε τόσο μακρινός, κι όμως ήταν τόσο κοντινός. Έχοντας χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο των Φόκλαντς, θύμα πειραγμάτων και επιθέσεων από τους συμμαθητές του, ζώντας και μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον που του προσφέρει ελάχιστα και απαιτεί πολλά, ο Shaun «υιοθετείται» από μια τοπική ομάδα skinheads και βρίσκει την «οικογένεια» που του λείπει. Δεν θα περάσει πολύς χρόνος όμως, προτού ο Shaun καταλάβει το αδιέξοδο στο οποίο έχει βρεθεί, μια και η καινούρια του οικογένεια καταρρέει σύντομα υπό το βάρος της βίας, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που την καταπίνει.

Διόλου τυχαία η στροφή στο παρελθόν μιας κινηματογραφικής σχολής που έχει χάσει την ταυτότητά της και προσπαθεί να την ξαναβρεί. Ο Shane Meadows μετατρέπει προσωπικά του βιώματα σε μια αιχμηρή ματιά σε μια κοινωνία που παραδίδεται στο χάος και την ανασφάλεια, για να παραδώσει μαθήματα συμπεριφοράς για το μέλλον. Με μια δόση πικρόχολου χιούμορ αλλά χωρίς καθόλου περιστροφές, το «This Is England» είναι μια προειδοποίηση, ένα μήνυμα σε μια γενιά που ξεχνά, φαίνεται, το παρελθόν της, κινδυνεύοντας να παραδοθεί για άλλη μια φορά στους κινδύνους που παραμονεύουν πίσω από την αμνησία των μαζών. Η Ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται και, όσο κι αν πιστεύουμε ότι διδαχτήκαμε από τα λάθη μας, άλλο τόσο εύκολο είναι να πιστέψουμε ότι ποτέ δεν τα κάναμε.

Πίσω από την κάμερα, δεν αποτελεί έκπληξη η θαυμάσια και ακριβής ανασύσταση μιας ταραγμένης εποχής – τόσο μέσα από την εικόνα, όσο μέσα και από την μουσική -, ούτε παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο η κάπως καλλιτεχνική γραφή που στρογγυλεύει λίγο μια εποχή χάους και ταραχής. Ο Shane Meadows δίνει ψυχή και βάρος στους χαρακτήρες, «καλούς» και «κακούς», οι οποίοι αποδίδονται εξαιρετικά ανάγλυφα μέσα από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Με πρώτο και καλύτερο, βέβαια, τον 12χρονο Thomas Turgoose, του οποίου το ερμηνευτικό βάθος φτάνει και περισσεύει για να μας αφήσει με το στόμα ανοιχτό.

Το «This Is England» μπορεί να φαίνεται μακρινό – τόσο σε τόπο όσο και σε χρόνο – αλλά κάτι τέτοιο δεν πρέπει να μας κάνει να επαναπαυτούμε. Το φαινόμενο της ξενοφοβίας, της βίας, του ρατσισμού, το Αυγό του Φιδιού, είναι διαχρονικό και επίμονο. Το παρελθόν μπορεί να μας δώσει τα εφόδια να αντισταθούμε, αρκεί να καταλάβουμε ότι είναι εύκολο να ξαναγίνουν τα ίδια λάθη, αλλά δύσκολο να δούμε τα σημάδια που μας προειδοποιούν ότι είμαστε κοντά στο να τα επαναλάβουμε.