Django Unchained

Πάρτε ένα κινηματογραφικό είδος που έχει να δει άσπρη μέρα από τη δεκαετία του ’90 (το γουέστερν). Βάλτε του μια γερή δόση κυνισμού, μια πρέζα μαύρου χιούμορ, μερικά γερά ονόματα του κινηματογραφικού στερεώματος. Δώστε το μείγμα σε έναν από τα πιο «κακά παιδιά» του σελλυλόιντ (τον Κουέντιν Ταραντίνο). Το αποτέλεσμα; Django Unchained.

Στην – χρονική και χωρική – καρδιά της Άγριας Δύσης, ο Γερμανός κυνηγός κεφαλών Δρ. Κινγκ Σουλτζ ελευθερώνει τον μαύρο σκλάβο Τζάνγκο και τον παίρνει μαζί του ως βοηθό. Στην διάρκεια εκπλήρωσης των «συμβολαίων» τους, ο Δρ. Σουλτζ κάνει μια συμφωνία με τον Τζάνγκο: να τον βοηθήσει να εντοπίσει και να σκοτώσει τους αδερφούς Μπριτλ. Σε αντάλλαγμα, ο Δρ. Σουλτζ θα βοηθήσει ώστε να απελευθερωθεί η γυναίκα του Τζάνγκο από τα νύχια του σκληρού κτηματία Κάλβιν Τζ. Κάντυ.

Ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν είναι απλός σκηνοθέτης. Κάθε φορά που βρίσκεται πίσω από την κάμερα, αποτίει φόρο τιμής στον κινηματογράφο που τον μεγάλωσε, τόσο αυτόν, όσο και γενιές ολόκληρες κινηματογραφόφιλων. Από τα blacksploitation της δεκαετίας του ’70 («Jackie Brown») ως τις περιπέτειες πολεμικών τεχνών του Μπρους Λι (με τα δύο «Kill Bill»), κάθε ταινία του Ταραντίνο αποτελεί αναβίωση: του κινηματογραφικού είδους, των χαρακτήρων, της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης. Φυσικά, ένα homage στα σπαγγέτι γουέστερν που ανέδειξαν ονόματα σαν του Σέρτζιο Λεόνε, δεν θα μπορούσε να λείπει από την συλλογή του. Ο ίδιος (όπως ισχυρίζεται) το γυρόφερνε καιρό. Το «Django Unchained» είναι η επιτομή μιας προσπάθειας που ξεκίνησε από το 2007, με ένα σενάριο που γράφτηκε και ξαναγράφτηκε επί τέσσερα χρόνια. Αξίζει τον κόπο; Όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, η απάντηση είναι ένα εμφατικότατο «ΝΑΙ».
Εκτός από τα σενάριά του, ο Ταραντίνο έχει «το κοκαλάκι της νυχτερίδας» και στους ηθοποιούς. Θυμάστε πως βγήκε από την αφάνεια ο Τζων Τραβόλτα με το «Pulp Fiction», πως ξαναθυμηθήκαμε την «Βασίλισσα του Blacksploitation» Παμ Γκριρ στο «Jackie Brown», πως ένας Αυστριακός ηθοποιός ονόματι Κριστόφ Βαλτζ ήρθε από το πουθενά στην Αμερική και σάρωσε κάθε πιθανό κι απίθανο βραβείο ερμηνείας με το «Inglorious Basterds». Εδώ δεν έχουμε περίπτωση «ανάστασης» αλλά, όπως πάντα, ο Ταραντίνο πιάνει έναν έναν τους ηθοποιούς του από το χέρι και τους οδηγεί σε ύψη που δεν έχουν ξαναφτάσει στο παρελθόν: ο απαστράπτων Λεονάρντο Ντι Κάπριο γίνεται ένα από τα πιο μισητά καθάρματα που έχει δει η μεγάλη οθόνη, ο Τζέημι Φοξ είναι τόσο ανάγλυφος ώστε λες και έχει γεννηθεί για τον ρόλο του Τζάνγκο και ο Κριστόφ Βαλτζ δείχνει με τον πιο εμφατικό τρόπο οτι ο Ταραντίνο του πάει πολύ: η ερμηνεία του δεν έχει το μπρίο και την αίγλη ενός Χανς Λάντα, αλλά φτάνει και περισσεύει για να του δώσει το δεύτερο Όσκαρ της καριέρας του.
Βγαλμένο, θαρρείς, από το καναβάτσο του Σέρτζιο Λεόνε, και με μουσική που θα ζήλευε κι αυτός ο Ντιμίτρι Τιόμκιν, το «Django Unchained» είναι ένα καθαρόαιμο γουέστερν, από αυτά που τόσο έχουν λείψει, στους λάτρεις αλλά και στους γενικά κινηματογραφόφιλους. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε «φαινόμενο» αλλά δεν θα πάμε τόσο μακριά. Απλά θα καταλήξουμε στο ότι δικαιολογεί απόλυτα τον δημιουργό του και την «αρρώστια» του, μια αρρώστια που κάνει τον καθένα που αγαπάει τον κινηματογράφο να μασάει τα νύχια του από αγωνία κάθε φορά που το «τρομερό παιδί από το Τενεσσι» ανακοινώνει ότι ετοιμάζει καινούρια ταινία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: