Προβολή : Django Unchained – Τζάνγκο, ο Τιμωρός

Ένα καθαρόαιμο γουέστερν από αυτά που όλοι αγαπήσαμε, με την υποδειγματική γραφή του «τρομερού παιδιού» Κουέντιν Ταραντίνο, ένας φόρος τιμής στον Σέρτζιο Λεόνε, στον Ένιο Μορικόνε, στον Κλιντ Ίστγουντ, στην Άγρια Δύση και στα «εξάσφαιρα που κελαηδάνε». Το «Django Unchained» , παρά την φαινομενικά μεγάλη διάρκειά του – 2 ώρες και 45 λεπτά – είναι μια απόλαυση. Η προβολή της θα γίνει στις 20:30 το βράδυ, την Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Γεμίστε τα εξάσφαιρά σας!

Django Unchained

Πάρτε ένα κινηματογραφικό είδος που έχει να δει άσπρη μέρα από τη δεκαετία του ’90 (το γουέστερν). Βάλτε του μια γερή δόση κυνισμού, μια πρέζα μαύρου χιούμορ, μερικά γερά ονόματα του κινηματογραφικού στερεώματος. Δώστε το μείγμα σε έναν από τα πιο «κακά παιδιά» του σελλυλόιντ (τον Κουέντιν Ταραντίνο). Το αποτέλεσμα; Django Unchained.

Στην – χρονική και χωρική – καρδιά της Άγριας Δύσης, ο Γερμανός κυνηγός κεφαλών Δρ. Κινγκ Σουλτζ ελευθερώνει τον μαύρο σκλάβο Τζάνγκο και τον παίρνει μαζί του ως βοηθό. Στην διάρκεια εκπλήρωσης των «συμβολαίων» τους, ο Δρ. Σουλτζ κάνει μια συμφωνία με τον Τζάνγκο: να τον βοηθήσει να εντοπίσει και να σκοτώσει τους αδερφούς Μπριτλ. Σε αντάλλαγμα, ο Δρ. Σουλτζ θα βοηθήσει ώστε να απελευθερωθεί η γυναίκα του Τζάνγκο από τα νύχια του σκληρού κτηματία Κάλβιν Τζ. Κάντυ.

Ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν είναι απλός σκηνοθέτης. Κάθε φορά που βρίσκεται πίσω από την κάμερα, αποτίει φόρο τιμής στον κινηματογράφο που τον μεγάλωσε, τόσο αυτόν, όσο και γενιές ολόκληρες κινηματογραφόφιλων. Από τα blacksploitation της δεκαετίας του ’70 («Jackie Brown») ως τις περιπέτειες πολεμικών τεχνών του Μπρους Λι (με τα δύο «Kill Bill»), κάθε ταινία του Ταραντίνο αποτελεί αναβίωση: του κινηματογραφικού είδους, των χαρακτήρων, της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης. Φυσικά, ένα homage στα σπαγγέτι γουέστερν που ανέδειξαν ονόματα σαν του Σέρτζιο Λεόνε, δεν θα μπορούσε να λείπει από την συλλογή του. Ο ίδιος (όπως ισχυρίζεται) το γυρόφερνε καιρό. Το «Django Unchained» είναι η επιτομή μιας προσπάθειας που ξεκίνησε από το 2007, με ένα σενάριο που γράφτηκε και ξαναγράφτηκε επί τέσσερα χρόνια. Αξίζει τον κόπο; Όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, η απάντηση είναι ένα εμφατικότατο «ΝΑΙ».
Εκτός από τα σενάριά του, ο Ταραντίνο έχει «το κοκαλάκι της νυχτερίδας» και στους ηθοποιούς. Θυμάστε πως βγήκε από την αφάνεια ο Τζων Τραβόλτα με το «Pulp Fiction», πως ξαναθυμηθήκαμε την «Βασίλισσα του Blacksploitation» Παμ Γκριρ στο «Jackie Brown», πως ένας Αυστριακός ηθοποιός ονόματι Κριστόφ Βαλτζ ήρθε από το πουθενά στην Αμερική και σάρωσε κάθε πιθανό κι απίθανο βραβείο ερμηνείας με το «Inglorious Basterds». Εδώ δεν έχουμε περίπτωση «ανάστασης» αλλά, όπως πάντα, ο Ταραντίνο πιάνει έναν έναν τους ηθοποιούς του από το χέρι και τους οδηγεί σε ύψη που δεν έχουν ξαναφτάσει στο παρελθόν: ο απαστράπτων Λεονάρντο Ντι Κάπριο γίνεται ένα από τα πιο μισητά καθάρματα που έχει δει η μεγάλη οθόνη, ο Τζέημι Φοξ είναι τόσο ανάγλυφος ώστε λες και έχει γεννηθεί για τον ρόλο του Τζάνγκο και ο Κριστόφ Βαλτζ δείχνει με τον πιο εμφατικό τρόπο οτι ο Ταραντίνο του πάει πολύ: η ερμηνεία του δεν έχει το μπρίο και την αίγλη ενός Χανς Λάντα, αλλά φτάνει και περισσεύει για να του δώσει το δεύτερο Όσκαρ της καριέρας του.
Βγαλμένο, θαρρείς, από το καναβάτσο του Σέρτζιο Λεόνε, και με μουσική που θα ζήλευε κι αυτός ο Ντιμίτρι Τιόμκιν, το «Django Unchained» είναι ένα καθαρόαιμο γουέστερν, από αυτά που τόσο έχουν λείψει, στους λάτρεις αλλά και στους γενικά κινηματογραφόφιλους. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε «φαινόμενο» αλλά δεν θα πάμε τόσο μακριά. Απλά θα καταλήξουμε στο ότι δικαιολογεί απόλυτα τον δημιουργό του και την «αρρώστια» του, μια αρρώστια που κάνει τον καθένα που αγαπάει τον κινηματογράφο να μασάει τα νύχια του από αγωνία κάθε φορά που το «τρομερό παιδί από το Τενεσσι» ανακοινώνει ότι ετοιμάζει καινούρια ταινία.

Προβολή : Ο Αη Βασίλης Είναι Λέρα – Bad Santa

Καλά Χριστούγεννα από την Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης! Χρόνια πολλά, μέρες που’ναι, σας ευχόμαστε παρέα με έναν Αη Βασίλη διαφορετικό από τους άλλους. Την Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου, στις 20:30 το βράδυ, ελάτε στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου, να γιορτάσουμε μαζί με έναν Αη Βασίλη που είναι…σκέτη λέρα!

Bad Santa

Όσο και να φαίνεται παράξενο, υπάρχει καταγεγραμμένη φοβία και έχει επίσημα αναγνωρισμένο όνομα: santaphobia. Το να φοβάσαι τον Άγιο-Βασίλη ή, στην περίπτωση μικρών παιδιών, να σε πιάνει υστερικός φόβος στην θέα του πασίγνωστου, γενειοφόρου, ερυθροντυμένου και πολυαγαπημένου παππούλη. Δεν μου προκαλεί εντύπωση – ο εν λόγω λαϊκός ήρωας έχει κάτι το μεταφυσικά τρομακτικό πάνω του, αόρατο με την πρώτη ματιά, κάτω από την γλυκύτατη και καλοσυνάτη εμφάνισή του, αλλά αδιόρατα εμφανές στο βάθος. Ο Κινηματογράφος σπάνια έχει  εκμεταλλευτεί αυτό το χαρακτηριστικό αλλά, όποτε το κάνει, τα αποτελέσματα είναι από εντυπωσιακά (στο αριστουργηματικό «Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης» του Τιμ Μπάρτον) μέχρι…κωμικοτραγικά. Όπως στο «Bad Santa» του Τέρρυ Ζούιγκοφ.

Ο Γουίλλυ Τ. Στόουκς και το φιλαράκι του Μάρκους έχουν βρει έναν πανέξυπνο – και αλάνθαστο τρόπο – να ξαφρίζουν τα πολυκαταστήματα σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α : κάθε χρόνο, ο Γουίλλυ πιάνει δουλειά ως Αη-Βασίλης, υποδεχόμενος τα παιδάκια που κάνουν το παν για να συναντήσουν το πολυαγαπημένο τους είδωλο, και ο Μάρκους – όντας νάνος – «παίζει» το ξωτικό. Όταν το πολυκατάστημα κλείνει, το ζευγάρι πιάνει δουλειά. Τα πάντα κυλούν σχετικά ομαλά – με τα προβλήματα, τα σκαμπανεβάσματα, τα εκνευριστικά πιτσιρίκια που φέρνουν τον Γουίλλυ στα πρόθυρα της έκρηξης – , ώσπου, σε ένα πολυκατάστημα του Φοίνιξ, ένα παιδάκι φέρνει τα πάνω – κάτω στην ζωή τους. Ο Θέρμαν, παιδάκι απροσάρμοστο, παχύσαρκο και στόχος πειραγμάτων από τους νταήδες της γειτονιάς του, πιστεύει πραγματικά ότι ο Γουίλλυ είναι ο Αη-Βασίλης.

Οι κωμωδίες καταστάσεων είναι γενικά ένα δύσκολο κινηματογραφικό είδος. Ικανές για τα πιο ωραία αποτελέσματα, αλλά και για απίστευτες αποτυχίες, απαιτούν έναν συχνά αλάνθαστο συνδυασμό αφηγηματικού ρυθμού, αίσθησης του χιούμορ και έλλειψη ευκολίας. Το χιούμορ είναι εύκολο να γίνει χοντροκομμένο και να περάσει αλλά να μην ακουμπήσει από το μυαλό του θεατή – ελάχιστοι είναι οι σκηνοθέτες που έχουν έμφυτη αυτή την αίσθηση, και θυμόμαστε ιερά τέρατα του είδους, σαν τον Φρανκ Οζ ή τον Μπλέηκ Έντουαρντς. Ο Τέρρυ Ζούιγκοφ δεν ανήκει σ’αυτή την λίστα των Εκλεκτών, αλλά δεν τα πάει κι άσχημα: το «Bad Santa» (εντελώς αποτυχημένος, κατά την γνώμη μου, ο ελληνικός τίτλος του) είναι ίσως η καλύτερη ταινία στο σχετικά μικρό σκηνοθετικό βιογραφικό του.
Ίσως να οφείλεται στο ότι, γενικά, δεν έχει και πολύ δουλειά να κάνει. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένα στακάτο σενάριο από το δίδυμο Γκλεν Φικάρα και Τζων Ρέκουα, το χεράκι των αδερφών Κοέν στην παραγωγή και, πάνω απ’όλα, ένα υποδειγματικό καστ στους πρωταγωνιστικούς αλλά και στους δεύτερους ρόλους, αρκούν για να σηκώσουν όλο το βάρος της ταινίας. Αλάνθαστο δέσιμο των δύο πρωταγωνιστών, με τον πολύ Μπίλι Μπομπ Θόρντον να αποδεικνύει το ταλέντο του και στην κωμωδία (υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα), τον νάνο Τόνι Κοξ να σιγοντάρει άνετα (θυμάμαι τους Γουόργουικ Ντέιβις και Πίτερ Ντίνκλεητζ και διαπιστώνω πόσο ταλέντο έχουν τελικά οι «μικροί άνθρωποι») και τον μικρούλη – τότε – Μπρετ Κέλλυ να είναι γεννημένος για τον ρόλο του απροσάρμοστου αλλά τελικά γλυκύτατου Θέρμαν. Δίπλα τους, ακολουθούν πάραυτα και πανεύκολα η Λώρεν Γκράχαμ και οι αδικοχαμένοι Τζων Ριττερ και Μπερνι Μακ.

Μέρες που είναι, ας μην κρίνουμε τον Αη-Βασίλη. Είτε είναι πραγματικά ο καλοσυνάτος, γλυκούλης Santa Claus του παγωμένου Βορρά, που επιβραβεύει τα καλά παιδάκια με τα δώρα του και τα καθίζει στα γόνατά του, είτε είναι ο πικρόχολος, απατεώνας, μισάνθρωπος Γουίλλυ Τ. Στόουκς που κοντεύει να σκάσει από τα νεύρα κάθε φορά που ένα πιτσιρίκι τραβολογάει τον δύσμοιρο γονιό του προς το μέρος του ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένο, ο Αη Βασίλης είναι αναπόσπαστο μέρος του συλλογικού υποσυνείδητου ενός ολόκληρου πολιτισμού: του Δυτικού. Τον αγαπάμε, τον μισούμε, είμαστε αδιάφοροι. Αλλά, στην τελική ανάλυση, πρέπει να το παραδεχτούμε: δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν!

Προβολή : El Laberinto Del Fauno – Ο Λαβύρινθος Του Πάνα

Ελάτε μαζί μας σε ένα μοναδικό ταξίδι φαντασίας, στο οποίο ο καθένας μπορεί να βρει αυτό που ψάχνει – και, μερικές φορές, βρίσκει κι αυτό που δεν ψάχνει. Με οδηγό τον Ισπανό Guillermo Del Torro, και με χάρτη το όνειρο, μας περιμένει ο Λαβύρινθος Του Πάνα και τα φανταστικά πλάσματα του. Την Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου, στις 20:30 το βράδυ, ελάτε να ταξιδέψουμε μαζί. Όπως πάντα, η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας περιμένει στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

El Laberinto Del Fauno

Καταφεύγει κάποιος στο όνειρο, όταν η πραγματικότητα γύρω του γίνεται αφόρητη. Το όνειρο προσφέρει ελπίδα σωτηρίας, καταφύγιο απ’όσα δεν μπορεί να διαχειριστεί, έναν δρόμο από το σκοτάδι στο φως. Λίγη σημασία έχει αν το όνειρο είναι πλασματικό, κι αν όσα προσφέρει είναι τόσο απτά όσο ο ατμός που γλιστράει γύρω από τα δάχτυλα. Σημασία έχει η διαφυγή. Η πραγματικότητα δεν είναι το ζητούμενο, είναι η φυλακή. Το όνειρο είναι το κλειδί σ’ένα αναπόφευκτο κελί.

Ισπανία, 1944. Ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει σχεδόν τελειώσει με νίκη των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο και οι λιγοστοί θύλακες ανταρτών που γλίτωσαν προσπαθούν να επιβιώσουν. Σ’αυτό το σκληρό περιβάλλον, η μικρή Οφηλία μετακομίζει από την πόλη στο δάσος, μαζί με την έγκυο μητέρα της, στο σπίτι του σκληρού Λοχαγού Βιδάλ. Εκεί, ανακαλύπτει έναν παλιό, πέτρινο λαβύρινθο, γεμάτο ονειρικά και φανταστικά πλάσματα που θα δοκιμάσουν τον χαρακτήρα της, την δύναμή της και την φαντασία της.

Οι Ισπανοί έχουν μια μοναδική ματιά για το ονειρικό, και κανείς καλύτερος στον τομέα αυτόν από τον Guillermo Del Torro. Από την πρώτη του κιόλας ταινία, το υποτιμημένο «Kronos» και το εξίσου θαυμάσιο «Devil’s Backbone» ως τα χολυγουντιανά Hellboy και το πρόσφατο «Pacific Rim», ο Del Torro δεν αρκείται στην στεγνή – και, συχνά στυγνή – πραγματικότητα. Είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου η φαντασία τρέχει με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, ένα αυτοκίνητο που όμως έχει στο τιμόνι έναν πεπειραμένο οδηγό. Στον «Λαβύρινθο Του Πάνα» αυτή η φαντασία βρίσκεται στο απόγειό της. Ολόκληρες μυθολογίες έχουν ξεσηκωθεί και μπλεχτεί μεταξύ τους με άφταστη μαεστρία και, σε συνδυασμό με την σεμιναριακού επιπέδου φωτογραφία του Guillermo Navario, προσφέρουν μια κινηματογραφική εμπειρία προορισμένη να μείνει στην μνήμη και στην ιστορία. Είναι λίγες οι σύγχρονες ταινίες που μπορούν να χαρακτηριστούν άφοβα ως «αριστούργημα», και ο «Λαβύρινθος Του Πάνα» είναι σίγουρα μια από αυτές.
Συνοδοιπόροι σ’αυτό το φανταστικό ταξίδι, οι πρωταγωνιστές της ταινίας δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, με πρώτον και καλύτερο τον Σέρζι Λόπεζ, ανατριχιαστικό στον ρόλο του Λοχαγού Βιδάλ. Η μικρή Ιβάνα Μπακιέρο διαπρέπει κι αυτή σαν Οφηλία, δίνοντας μια συγκινητική και δυναμική ερμηνεία, ενώ πραγματικός ερμηνευτικός άθλος – κι ας μην φαίνεται με την πρώτη ματιά – είναι ο ρόλος του Φαύνου, ερμηνευμένος αβανταδόρικα από τον Αμερικάνο Νταγκ Τζόουνς, κάτω από βαρύ μακιγιάζ και χωρίς ο ίδιος να ξέρει λέξη Ισπανικά(!). Οι δεύτεροι ρόλοι είναι δεύτεροι μόνο στα χαρτιά, καθώς δεν υπολείπονται καθόλου σε ποιότητα: η μητέρα της Οφηλία, Κάρμεν, δίνεται πανέμορφα από την Αριάδνα Γκιλ, ενώ η σκληροτράχηλη υπηρέτρια Μερσέντες βρίσκει το τέλειο πρόσωπο στην – «μπαρουτοκαπνισμένη» στον Ισπανικό Κινηματογράφο –  Μαριμπελ Βερντού.

Καταφύγιο στ’όνειρο. Ο Guillermo Del Torro μας πιάνει το χέρι και, με όχημα την φαντασία, μας ταξιδεύει. Ένα ταξίδι κινηματογραφικά μοναδικό, ένα ταξίδι στο οποίο, όπως σε όλα τα ταξίδια, σημασία δεν έχει ο προορισμός. Σημασία έχει το ίδιο το ταξίδι και η απόλαυσή του.

Προβολή : Before The Devil Knows You’re Dead – Πριν Ο Διάβολος Καταλάβει Ότι Πέθανες

Την τιμητική του έχει ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Σίντνευ Λιούμετ, με την ταινία του «Πριν Ο Διάβολος Καταλάβει Ότι Πέθανες». Μια ταινία χαρακτήρων, δολοπλοκίας και προδοσίας, μια κοφτερή ματιά στα άδυτα μιας δυσλειτουργικής οικογένειας. Η ταινία θα προβληθεί την Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου, στις 20:30 το βράδυ, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Η διάρκειά της είναι 123 λεπτά. Ελπίζουμε να την απολαύσετε!

Before The Devil Knows You’re Dead

Μια παλιά, Ιρλανδική ευχή λέει : «Είθε να πας στον Παράδεισο μισή ώρα πριν ο Διάβολος καταλάβει ότι πέθανες.» Οι Ιρλανδοί αρέσκονται σε ανάλογες ευχές – μερικές φορές αστείες, άλλες πάλι σκοτεινές, αλλά που πάντα αντικατοπτρίζουν την κωμικοτραγικότητα ενός λαού που, στην διάρκεια της ιστορίας του, έχει τραβήξει τα πάνδεινα. Είναι ένας τρόπος να γελάνε στο πρόσωπο του θανάτου, της κακοτυχίας, της μιζέριας. Είναι ο τρόπος που έχουν για να κοροϊδεύουν τον Διάβολο. Μάταια; Ίσως. Μερικές φορές, ο Διάβολος δεν μπορεί να ξεγελαστεί.

Η ιστορία αρχίζει με τον Άντυ, νεαρό χρηματιστή στη Νέα Υόρκη, που βρίσκεται σε τραγική κατάσταση όταν κινδυνεύει να αποκαλυφθεί ότι καταχράται χρήματα των εργοδοτών του. Αποφασίζει να φύγει για την Βραζιλία, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει συμφωνία έκδοσης εγκληματιών μεταξύ Βραζιλίας και Η.Π.Α, αλλά χρειάζεται λεφτά, τόσο για το ταξίδι, όσο και για την παραμονή του εκεί. Για τον σκοπό αυτό, συλλαμβάνει ένα σχέδιο που θα του εξασφαλίσει τα απαραίτητα λεφτά: την ληστεία ενός κοσμηματοπωλείου και, συγκεκριμένα, του κοσμηματοπωλείου των ίδιων του των γονιών. Στο σχέδιο αυτό μπλέκει και τον αδερφό του Χανκ, ο οποίος αναλαμβάνει το πρακτικό κομμάτι του σχεδίου.

Άλλοι τον προτιμούν Σιντνεϋ Λιούμετ, άλλοι τον θέλουν Σίντνεϋ Λουμέ. Όποια κι αν είναι η προφορά του ονόματός του, ο Αμερικάνος σκηνοθέτης, γέννημα-θρέμμα της Φιλαδέλφειας, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της μεταπολεμικής περιόδου. Μοναδικά ρεαλιστική και δυναμική ματιά, ένας σκηνοθέτης χαρακτήρων και ανθρώπων, ο Λιούμετ βλέπει βρίσκεται εδώ στο απόγειο μιας καριέρας που έχει να επιδείξει ταινίες-παρακαταθήκες: Σκυλίσια Μέρα, Η Ετυμηγορία, Το Δίκτυο. Στο «Πριν Ο Διάβολος Καταλάβει Ότι Πέθανες», κλείνει οριστικά την καριέρα αυτή, βάζοντας το όνομά του στο Πάνθεον των σκηνοθετών που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να ξαναεμφανιστούν – είναι η τελευταία του ταινία, καθώς θα πεθάνει το 2011, σε ηλικία 86 ετών. Όταν, μερικά χρόνια πριν, είχε ρωτηθεί πως θα ήθελε να φύγει, είχε πει «δεν με ενδιαφέρει. Δεν είμαι θρήσκος. Κάψτε με και σκορπίστε τις στάχτες μου πάνω από το Katz’s Delicatessen» (σ.σ εκεί είχε γυριστεί η περίφημη πια σκηνή του ψεύτικου οργασμού στο «Όταν Ο Χάρρυ Γνώρισε Την Σάλλυ»).
Πίσω στην ταινία μας, ο Λιούμετ έχει έναν μοναδικό τρόπο να βγάζει τον καλύτερο εαυτό των ηθοποιών που χειρίζεται. Το είπαμε, εξάλλου: είναι σκηνοθέτης χαρακτήρων. Όλοι οι πρωταγωνιστές λάμπουν με τις ερμηνείες τους μπροστά από την κάμερα : Ο Φίλιπ Σέυμουρ Χόφμαν διαπρέπει στον ρόλο του Άντυ, ο Ίθαν Χωκ αστράφτει και βροντάει ως αδύναμος Χανκ και ο Άλμπερ Φίννευ αποδεικνύει πόσο τεράστιος είναι σαν ο πατέρας των δύο. Ερμηνείες για Όσκαρ, σκηνοθετική ματιά που σπάει κόκκαλα από έναν σκηνοθέτη-Εθνικό Θησαυρό, κι ένα σενάριο που μένει στην μνήμη. Δεν νομίζω ότι κάποιος θα ήθελε κάτι άλλο από 123 λεπτά κινηματογραφικής απόλαυσης!