The Edge Of Heaven

Είναι αμφίβολο το αν ο Τούρκικος Κινηματογράφος μπορεί να ενταχθεί σ’αυτόν τον ευρύτερο χώρο που ονομάζεται «Βαλκανικό Σινεμά» – τα επιχειρήματα εκατέρωθεν είναι πειστικά και άκρη δεν είναι εύκολο να βγει – αλλά η γείτονας φιγουράρει πάντα σ’όλες τις σχετικές λίστες και η θεματική του δεν απέχει και πολύ. Κυριότερος και ίσως πιο σημαντικός εκπρόσωπος (αν και ζει και εργάζεται στην Γερμανία) ο Fatih Akin έχει συμβάλει τα μέγιστα στο να βγει εκτός συνόρων ο κινηματογράφος της Τουρκίας, να βραβευτεί ουκ ολίγες φορές σε διεθνές επίπεδο και να τυγχάνει του σεβασμού όχι μόνο στην από δω πλευρά του Ατλαντικού αλλά και στην Αμερική. Η «Άκρη Του Ουρανού» είναι μια από τις πιο προσωπικές και ανθρώπινες στιγμές του Τούρκου σκηνοθέτη και μια από τις χαρακτηριστικότερες αυτού του είδους κινηματογράφου.

Η ταινία μας αφηγείται σπονδυλωτά, μέσα από τρεις πράξεις, τις συγκρούσεις, τις σχέσεις και την προσωπική. ανθρώπινη περιπέτεια μιας (χαλαρά συνδεδεμένης) οικογένειας Τούρκων μεταναστών που ζουν και εργάζονται στην Γερμανία.
Στην πρώτη πράξη, ο Αλί, συνταξιούχος και χήρος, αποφασίζει να προσφέρει ένα μηνιαίο εισόδημα στην πόρνη Γιετερ, με τον όρο να μείνει μαζί του και να εγκαταλείψει το επάγγελμά της.  Μετά από τον εκβιασμό που δέχεται από δύο Τούρκους Μουσουλμάνους, η Γιετερ δέχεται την προσφορά του Αλί, και μετακομίζει σπίτι του. Ο γιος του Αλί, ο Νεχατ, καθηγητής σε Γερμανικό Πανεπιστήμιο, δεν αντιδρά στην παρουσία μιας γυναίκας «χαλαρών ηθών», αν και έχει τους ενδοιασμούς του. Ένα τραγικό συμβάν – μεθυσμένος, ο Αλι σκοτώνει κατα λάθος την Γιετερ και καταδικάζεται σε φυλάκιση – ο Νεχατ αποφασίζει να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζει η 27χρονη κόρη της Γιετερ, και να την βρει, καθώς έχει να δώσει σημεία ζωής εδώ και κάποιους μήνες.
Στην δεύτερη πράξη της ταινίας, παρακολουθούμε την ιστορία της Αϋταν, της κόρης της Γιετερ. Μέλος μιας Αριστερής ομάδας αντίστασης, μετά από μια σύγκρουση με της αστυνομία, η Γιετερ βρίσκεται στην Γερμανία, ψάχνοντας για την μητέρα της, χωρίς χρήματα και χωρίς καμία πληροφορία. Εκεί, γνωρίζεται με την Λοττε, μια φοιτήτρια η οποία προσφέρει στην Αϋταν ρουχα, φαγητό αλλά και την αγάπη της. Οι Γερμανικές Αρχές αποφασίζουν ότι η Αϋταν δεν πληροί τις προϋποθέσεις για πολιτικό άσυλο και έτσι διώχνεται πίσω στην Τουρκία, όπου και φυλακίζεται. Καταρρακωμένη, η Λoττε αποφασίζει να ταξιδέψει στην Τουρκία για να ελευθερώσει την αγαπημένη της.
Στην τρίτη και τελευταία πράξη, οι δύο πρώτες πράξεις αλληλοσυνδέονται. Ο Αλί αποφυλακίζεται και εκτοπίζεται πίσω στην Τουρκία και η μητέρα της Λοττε, μετά τον τραγικό θάνατο της τελευταίας, αποφασίζει να ταξιδέψει στον τόπο του θανάτου της κόρης της και να αναλάβει να απελευθερώσει την Αϋταν. Εκεί γνωρίζεται με τον Νεχατ, ο οποίος έχει αγοράσει ένα μικρό βιβλιοπωλείο και ζει πλέον μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη.

Το είπαμε στην αρχή αλλά δεν πειράζει να το επαναλάβουμε: η «Άκρη Του Ουρανού» είναι από τις πιο προσωπικές και συναισθηματικά φορτισμένες ταινίες του Akin. Σκληρή στην κριτική των ανθρωπίνων συναισθημάτων αλλά εξίσου σκληρή και στην κριτική στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα των μεταναστών, η ταινία δίκαια έφυγε με το Βραβείο Σεναρίου από το Φεστιβάλ των Κανών για το οξυδερκές σενάριο του Akin το οποίο, μέσα από την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων, των καταστάσεων, των αιτιών και των αιτιατών που τις συνδέουν (πολυπλοκότητα την οποία, όμως, δεν δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε) καταλήγει σε μια και μόνη ανθρώπινη κατάσταση: την συγχώρεση. Πατέρας και γιος κάθονται στην άκρη της θάλασσας και ψαρεύουν. Μετά απ’όσα έγιναν, όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ τους, όσα έσπασαν και όσα προσπάθησαν να ξαναενωθούν, είναι σα να μην άλλαξε τίποτα μεταξύ τους. Χαρακτήρες έχουν αλλάξει, πάθη έχουν βγει στην επιφάνεια αλλά στο τέλος, ο πατέρας συγχωρεί τον γιο και ο γιος τον πατέρα. Παρ’ότι ακούγεται σαν ένα από τα αιώνια κλισέ του κινηματογράφου, το τέλος της «Άκρης Του Ουρανού» δεν είναι happy end. Είναι realistic end.

Ο Τούρκικος Κινηματογράφος απέχει από αυτό που όλοι αναγνωρίζουμε σαν «Βαλκανικό Σινεμά»: δεν έχει την ζωντάνια του «Nunta Muta» που απολαύσαμε μερικούς μήνες πριν, ούτε τον σουρεαλιστικό χαβαλέ ενός Κουστουρίτσα. Έχει βάθος συναισθημάτων και σκέψεων, καθώς κλίνει πιο πολύ προς την τραγικότητα του Κινηματογράφου της  Μέσης Ανατολής. Γιατί τον εντάσσουμε τότε στο σινεμά της «από δω πλευράς» του Βοσπόρου; Μάλλον γιατί και τα δύο ήδη πραγματεύονται ένα κοινό σημείο: τον άνθρωπο ως αισθηματικό πλάσμα που δεν ζει απλώς τις καταστάσεις του, αλλά καθορίζεται από αυτές.

Περί Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης
Το blog της Κινηματογραφικής Λέσχης Αταλάντης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: