Προβολή : Όλα Είναι Δρόμος

Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης ξεκινάει το αφιέρωμά της στον Ελληνικό Κινηματογράφο με ένα αριστούργημα: «Όλα Είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη. Στις 20:30 το βράδυ, την Δευτέρα 1η Απριλίου, στη αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου, σας περιμένουμε για να απολαύσουμε μαζί μια ταινία ενός σκηνοθέτη για τον οποίο θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι.

Όλα Είναι Δρόμος

Το αφιέρωμά μας στον Ελληνικό Κινηματογράφο ξεκινάει με έναν μεγάλο σκηνοθέτη. Έναν σκηνοθέτη στο απόγειό του, καταξιωμένο και στα πάτρια εδάφη και στο εξωτερικό, έναν σκηνοθέτη στην πιο προσωπική του στιγμή. Παντελής Βούλγαρης και «Όλα Είναι Δρόμος». Ένα ταξίδι στις πιο προσωπικές, μουντές στιγμές των καθημερινών ανθρώπων, ένα ταξίδι ατελείωτο, σκοτεινό και θλιβερό, αλλά με ακτίνες ελπίδας εδώ κι εκεί. Ένα οδοιπορικό πλαισιωμένο με σκούρα χρώματα και εικόνες ομορφιάς αλλά και θλίψης. Ένα ταξίδι προσωπικό, τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για μας.

Τρεις ιστορίες, άσχετες μεταξύ τους αλλά δεμένες συναισθηματικά.
Στην πρώτη («Χαρώνειο Νόμισμα»), ένας πατέρας επισκεφτεται το φυλάκιο στο οποίο έχασε την ζωή του ο γιός του, ο οποίος αυτοκτόνησε χτυπώντας νούμερα στον Έβρο. Αυτογνωσία αλλά όχι τέλος. Δεν υπάρχει κλείσιμο για έναν πατέρα που θάβει το παιδί του. Απλά συμβιβασμός.
Στην δεύτερη ιστορία («Η Τελευταία Νανόχηνα»), ένας γέρος φύλακας στο δέλτα του Έβρου έρχεται αντιμέτωπος με έναν αδίστακτο λαθροκυνηγό, αλλά και με τα φαντάσματα του παρελθόντος που τον κατατρέχουν.
Τρίτη ιστορία («Βιετνάμ»): με έναν γάμο που καταρρέει και χωρίς οικογένεια να τον στηρίξει, ένας πωλητής επίπλων ξεσπάει. Βιετναμ. Ένα κέντρο διασκέδασης που θα γίνει έρμαιο της πίεσης που αισθάνεται ένας άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού. Ο τελευταίος χορός του, καθώς απομακρύνεται από τα αποκαΐδια, είναι σύμβολο απελευθέρωσης αλλά και ματαιότητας, το σύμβολο μιας ψυχής που γιατρεύεται εγκαταλείποντας ολοκληρωτικά τα πάντα.

Ποτέ άλλοτε στην πολύχρονη καριέρα του ο Παντελής Βούλγαρης δεν μας έχει χτυπήσει με τόσο δυνατές εικόνες. Είναι αλήθεια ότι ο Βούλγαρης είναι μανούλα στην εξερεύνηση του ψυχισμού, αλλά εδώ το παίρνει προσωπικά: το οδοιπορικό είναι δικό του και μόνο, αφήνωντας τις ιστορίες του να εξελιχθούν χωρίς περιστροφές και δισταγμούς, καταθέτει ένα κομμάτι από τον εαυτό του. Μέσα από την αριστουργηματική φωτογραφία του Γιώργου Φρέντζου, το εκλεπτισμένο μοντάζ του Ντίνου Κατσουρίδη (respect!) και τις ερμηνείες μιας πλειάδας κορυφαίων ηθοποιών, το «Όλα Είναι Δρόμος» είναι μια από τις ελάχιστες ταινίες του νέου Ελληνικού Κινηματογράφου που μας μιλάει τόσο βαθιά, τόσο προσωπικά και τόσο έντονα.
Στην πρώτη ιστορία ο Δημήτρης Καταλειφός βρίσκεται στον ρόλο του Βασίλη Βασιλειάδη, αρχαιολόγου που παίρνει την απόφαση να επισκεφτεί το σημείο που χάθηκε ο γιός του. Ένας άνθρωπος καταρρακωμένος, που ζει και κάνει την δουλειά του από κεκτημένη ταχύτητα μετά από την τραγωδία που έζησε, προσπαθεί να βρει απαντήσεις στο παρελθόν του Αλέξη. Μια λεπτή, ισορροπημένη ερμηνεία για τον Καταλειφό, χωρίς τραγικότητες και υπερβολές, στην ουσία προετοιμάζει το έδαφος γιαυτό που θα ακολουθήσει.
Κι αυτό που ακολουθεί δεν είναι παρά ο μεγαλύτερος ίσως Ελληνας ηθοποιός των τελευταίων σαράντα χρόνων. Θανάσης Βέγγος. Στον ρόλο του θηροφύλακα αποδεικνύει γιατί είναι τόσο μεγάλος. Όταν, δυστυχώς, έφυγε από την ζωή, – μετά την τελευταία του παρουσία στον κινηματογράφο, στο «Ψυχή Βαθιά», κατα σύμπτωση πάλι του Παντελή Βούλγαρη – πολλοί τον θυμήθηκαν για τους κωμικούς του ρόλους. Μέγα λάθος. Ο Θανάσης Βέγγος είναι πάνω απ’ολα τραγικός ηθοποιός. Το απέδειξε με τις ερμηνείες του στο «Τι Έκανες Στον Πόλεμο Θανάση» και στο «Θανάση Πάρε Το Όπλο Σου», το απέδειξε στο «Βλέμμα Του Οδυσσέα», το αποδεικνύει κι εδώ. Περίτρανα, χωρίς καμία αμφισβήτηση.
Τελευταία ιστορία. Οδοστρωτήρας, όπως ακριβώς η μπουλντόζα που κατεδαφίζει το δύσμοιρο Βιετνάμ. Γιώργος Αρμένης σε μια ερμηνεία χιλίων μεγατόνων, που κλείνει την ταινία ακριβώς όπως πρέπει: με πάταγο. Ο Αρμένης είναι κατεξοχήν τηλεοπτικός ηθοποιός (όπου έδωσε ρέστα στον «Πρίγκηπα», μια από τις πιο φροντισμένες και απολαυστικές σειρές που έχουμε δει) κι εδώ είναι η πρώτη του φορά στο πανί. Και τι ντεμπούτο! Σκέτη απόλαυση για κάθε κινηματογραφόφιλο.

Όλα είναι δρόμος, λοιπόν. Δεν έχει σημασία που πας, δεν έχει σημασία πως θα φτάσεις εκεί και πόσο χρόνο θα πάρει. Όλα είναι δρόμος, και το μυστικό είναι να τον ακολουθήσουμε. Κι όπου μας βγάλει.

Editorial Απριλίου

Καιρός ήταν να γίνει και κάτι τέτοιο. Το σκεφτόμασταν μήνες πριν, είχαμε αποφασίσει το πλαίσιο λειτουργίας του αλλά χρειάστηκε να έρθει ο Απρίλιος για να το καταφέρουμε. Η απόφαση είναι συλλογική και οι συνθήκες – θέλουμε να πιστεύουμε – αρκετά ώριμες. Ο Απρίλιος θα είναι μήνας Ελληνικού Κινηματογράφου. Καιρός δεν ήταν να ασχοληθούμε και με αυτό το εν πολλοίς παραμελημένο είδος;
Μετά από το τέλος της δεκαετίας του ’60, μια εποχή που, επίσημα πια, έχει καταχωρηθεί στην συλλογική μνήμη σαν «Η Χρυσή Εποχή» του Ελληνικού Κινηματογράφου, το κακόμοιρο το εγχώριο σελλυλόυντ έχει τραβήξει τα πάνδεινα. Η περίοδος της Δικτατορίας επηρρέασε σαφέστατα την ποιότητα των ελληνικών ταινιών (δεν είναι εύκολο πράγμα να είσαι σκηνοθέτης/παραγωγός/σεναριογράφος με την Επιτροπή Λογοκρισίας να αναπνέει στον σβέρκο σου) αλλά, μετά το πέρας της, τα πράγματα δεν καλυτέρευσαν. Ένας λαός μουδιασμένος και σχετικά χαμένος, παρά τις μύριες όσες υποσχέσεις, δεν είναι εύκολο να ασχοληθεί με την Τέχνη, και ιδιαίτερα με την Έβδομη. Κι εκεί που στις αρχές του ’80 τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν, ήρθε κάτι άλλο για να ρίξει κι άλλο αλάτι στις καλλιτεχνικές πληγές: το βίντεο. Αυτό το αναθεματισμένο κουτί  που επέτρεψε την μαζική παραγωγή ταινιών επιπέδου Ed Wood, την άνθιση των βίντεο κλαμπ και το φαινόμενο των απανταχού πολιτών να κυκλοφορούν στον δρόμο με σακούλες ενοικιασμένων ταινιών ότι-να’ναι. Κάπου εκεί μάθαμε τον Τσάκι Τσαν, τον Μπρους Λι, τον (δικό μας) Φουρνιστάκη και τον Μιχάλη Μόσιο , και κάπου εκεί πολλοί έσπευσαν να ρίξουν την ταφόπλακα στον Ελληνικό Κινηματογράφο.
Ευτυχώς για μας, μάταια. Ο Ελληνικός Κινηματογράφος απέδειξε ότι αντέχει πολλαπλά χτυπήματα – ούτε καν το θαύμα της τεχνολογίας που ονομάζεται Internet δεν κατάφερε να τον λυγίσει – και τώρα σχεδιάζει και έχει θέσει σε εφαρμογή το πλάνο ανάκαμψής του. Όλο και περισσότεροι επιστρέφουν στις σκοτεινές αίθουσες, νέοι και νέες γυρίζουν πίσω από τις κάμερες για να προσφέρουν την δική τους πινελιά σε ένα είδος κινηματογράφου ξεχασμένου από πολλούς, αναπολούμενου με νοσταλγία από άλλους, αλλά πάντα αγαπημένου. Ο Ελληνικός Κινηματογράφος έχει αρχίσει και πάλι να αγαπάει το παρελθόν του, να κινήται στο παρόν του και να σχεδιάζει το μέλλον του.
Αυτήν ακριβώς την περίοδο ανάκαμψης αποφασίσαμε να τιμήσουμε σαν Κινηματογραφική Λέσχη. Με σκηνοθέτες μεγάλου βεληνεκούς, όπως ο Παντελής Βούλγαρης, και καλλιτέχνες που αξίζει να τους ανακαλύψουμε όλοι, όπως ο δικός μας Κώστας Χαραλάμπους. Αυτό που ζητάμε είναι αυτό που, στον λίγο χρόνο της λειτουργίας μας, έχετε προσφέρει απλόχερα: την υποστήριξή σας.
Ας χαμηλώσουν τα φώτα λοιπόν και ας καθίσουμε να δούμε τι καταφέρνουν και τα δικά μας παιδιά. Εμείς προσωπικά, το απολαύσαμε. Το ίδιο ευχόμαστε να το απολαύσετε κι εσείς!

Προβολή : Χαμένες Αγάπες – Amores Perros

Από τον βραβευμένο σκηνοθέτη Alejandro Gonzales Inarritu, το «Χαμένες Αγάπες» είναι μια ταινία που δεν πρέπει να πάρετε ελαφρά. Είναι μια ταινία που απαιτεί κάθε δευτερόλεπτο προσοχής, μια ταινία που χρειάζεται την σκέψη και την επιμονή του θεατή. Όπως ακριβώς και το θέμα που πραγματεύεται: η αγάπη. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης την προβάλλει την Καθαρά Δευτέρα, 18 Μαρτίου, στις 20:30, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

Amores Perros

Ο τίτλος δεν μεταφράζεται ακριβώς. Το «Amores Perros» αποδίδεται ως «Σκύλες Αγάπες», κατά το «π…να ζωή» – συγχωρέστε μου το «γαλλικό» -, μια φράση αγανάκτησης προς τις αγάπες. «Αγάπες»;;; Δίκαια αναρωτιέται κανείς: πόσα είδη αγάπης υπάρχουν; Και γιατί αγανάκτηση; Ρωτήστε εκατό άτομα και, αν όχι όλα, σίγουρα τα περισσότερα θα υποστηρίξουν ότι η αγάπη είναι θετικό συναίσθημα. Και είναι μια. Σίγουρα δεν υπάρχουν πολλές αγάπες και σίγουρότατα δεν προκαλούν αγανάκτηση.
Μμμμ…είστε σίγουροι; Ο Alejandro González Iñárritu δεν είναι.

Τρεις ιστορίες, διαφορετικές μεταξύ τους κι όμως αλληλένδετες.
Ο Οκτάβιο είναι ερωτευμένος με την γυναίκα του αδερφού του, την Σουζάνα, και προσπαθεί να την πείσει να φύγουν μαζί. Για να εξασφαλίσει χρήματα, μπλέκεται στον υπόγειο κόσμο των παράνομων σκυλομαχιών. Τα καταφέρνει να εξασφαλίσει ένα σεβαστό ποσό αλλά τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα θέλει. Καταλήγει προδομένος από αυτό που πίστευε ότι ένιωθε: την αγάπη.
Ο Ντανιέλ, επιτυχημένος εκδότης περιοδικού, εγκαταλείπει την οικογένειά του για να ζήσει με την Βαλέρια, κορυφαίο μοντέλο. Όταν αυτή τραυματίζεται βαριά σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, αρχίζει η κατάρρευση. Τίποτε δεν εξελίσσεται θετικά για τον Ντανιέλ, καθώς η Βαλέρια βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε έναν κόσμο κατάθλιψης και εμμονοληψίας, έναν κόσμο από τον οποίο, δυστυχώς, ο Ντανιέλ δεν μπορεί να ξεφύγει.
Ο Ελ Τσίβο είναι ένας πρώην καθηγητής που εγκατέλειψε την οικογένειά του για τον κόσμο των παρακρατικών οργανωσεων και της αναρχίας. Αποτυγχάνει, κάνει είκοσι χρόνια στην φυλακή και, μόνος πια, προσπαθεί να επιβιώσει ως ρακένδυτος άστεγος, με μόνη συντροφιά ένα τσούρμο σκυλιά. Στην πραγματικότητα, ο Ελ Τσίβο είναι ένας δεινός εκτελεστής που αναλαμβάνει συμβόλαια θανάτου για λογαριασμό όποιου έχει την διάθεση, το κίνητρο και το χρήμα. Για την γυναίκα και την κόρη του, την Μαρού, ο Ελ Τσίβο έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. Είναι το βάρος που κουβαλάει στις πλάτες του, και αποφασίζει ότι δεν αντέχει άλλο όταν αναλαμβάνει την εκτέλεση ενός πλούσιου, μετά από εντολή του ίδιου του του αδερφού.

Έχουμε ξαναμιλήσει για τον Λατινοαμερικάνικο Νεορεαλισμό, και ο Alejandro González Iñárritu αποδεικνύεται άξιος ερμηνευτής του. Σκληρή η ματιά του, γεματη μελαγχολία, ξεθωριασμένα χρώματα και ατμόσφαιρα παρακμής, ο Iñárritu δεν χαρίζεται σε κανέναν όταν πραγματεύεται τις θεματικές της πατρίδας του. Στο «Αmores Perros», το πρώτο κομμάτι μιας άτυπης τριλογίας με θέμα τον θάνατο (ακολουθούν τα «21 Γραμμάρια» και το «Βαβέλ») βάζει την αγάπη στο στόχαστρο. Αγάπη ίσον απώλεια, ίσον τέλος, ίσον προδοσία. Ίσον χαμένη ελπίδα. Η αγάπη που νοιώθει ένας άνθρωπος για έναν άλλον είναι μοναδική σε κάθε περίπτωση. Υπάρχουν τόσα είδη αγάπης όσοι και άνθρωποι. Όλα όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: πονάνε και καταστρέφουν εξίσου.
Ο Gael Garcia Bernal βρίσκει εδώ τον δεύτερο ρόλο της καριέρας του και την πρώτη συνεργασία με τον σκηνοθέτη που θα αποδειχθεί μέντοράς του. Θα γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό με τα «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας» όπου υποδύεται τον Τσε Γκεβάρα σε νεαρή ηλικία, αλλά για τους πιο ψαγμένους έχουν προηγηθεί το «Y Tu Mama Tambien» του Alfonso Cuaron και το «Dot The I» του Matthew Parkhill. Η ερμηνεία του δεν ξεχωρίζει, μπορεί επειδη του λείπει η πείρα, ίσως επειδή είναι ένα ακόμη μέλος ενός ensemble cast σε μια ταινία που σημασία δεν έχει ο ηθοποιός, αλλά η ιστορία. Ο χαρακτήρας του Οκτάβιο είναι στιβαρός, γερά χτισμένος και χωρίς πολλά περιττά στοιχεία, εμπειρία που ο Bernal την κουβαλάει και στις επόμενες ερμηνείες του- είναι ένα καλό πρωτο βήμα για έναν πρωτάρη που αποδεικνύεται έξυπνος με το πως το διαχειρίζεται στο μέλλον.
Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Emilio Echevarria στον ρόλο του Ελ Τσιβο. Με μια καριέρα χτισμένη με υπομονή και επιμονή, ο Echevarria έρχεται στο επίκεντρο της ταινίας και μας δείχνει ότι αξίζει να τον προσέξουμε. Εξάλλου, κουβαλάει ίσως τον πιο σημαντικό ρόλο, και τα καταφέρνει μια χαρά. Ο Iñárritu θα τον ξαναεμπιστευτεί στο «Βαβέλ», και πολύ καλά θα κάνει – εντελώς τυχαία, θα τον εμπιστευτεί και ο Alfonso Cuaron στο «Y Tu Mama Tambien». Βιοι παράλληλοι με τον Bernal ή απλά και μόνο σύμπτωση;

Το «Amores Perros» (εντελώς άστοχη η απόδοσή του στα ελληνικά ως «Χαμένες Αγάπες») δεν είναι εύκολη ταινία. Αν μη τι άλλο, δεν είναι ταινία που θα δεις και θα ξεχάσεις στο επόμενο λεπτό. Είναι μια ταινία απαιτητική, μια ταινία που τραβάει το βλέμμα, την προσοχή και την σκέψη. Ακριβώς όπως η αγάπη. Ή, μάλλον, η κάθε αγάπη.

Προβολή : Fried Green Tomatoes – Πράσινες Τηγανητές Ντομάτες

Το δώρο της Κινηματογραφικής Λέσχης Αταλάντης για την Ημέρα της Γυναίκας, μια ταινία αφιερωμένη στην γυναικεία φιλία, οι Πράσινες Τηγανητές Ντομάτες θα προβληθούν την Δευτέρα, 11 Μαρτίου, στις 20:30 το βράδυ. Σας περιμένουμε στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Κυρίες μου, χρόνια πολλά!

Fried Green Tomatoes

Ένα μικρό editorial πριν συνεχίσουμε – κάτι που το Reader’s Digest θα μπορούσε να περιγράψει ως «μια προσωπική ματιά».
Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες (δύο προβολές ταινιών, συγκεκριμένα) απουσιάζω από το blog μας, αφήνοντας όσους πιστούς προσέρχονται λίγο έως πολύ ξεκρέμαστους. Ως κύριος συντάκτης των άρθρων της Λέσχης (ναι, αγαπητέ μου αναγνώστη, έχω το θράσος να αυτοαποκαλούμαι «αρχισυντάκτης»!) η ευθύνη είναι δικιά μου και δεν ωφελεί σε τίποτα το να απολογηθώ. Όμως, απολογούμαι. Μια σειρά τεχνικών προβλημάτων, εξαιτίας των οποίων το υπεραιωνόβιο laptop μου κόντεψε να αποδημήσει εις Κύριον, συνεπικουρούμενα από ένα ξεγυρισμένο writer’s block, απέτρεψαν τον υποφαινόμενο από το να γράψει έστω και μια λέξη. Ευτυχώς, ο Μάρτης φαίνεται ότι έφερε την αλλαγή – και την ανάκαμψη. Ο ηλεκτρονικός μου φίλος κέρδισε λίγη ακόμα ζωή, το μυαλό μου ξεκόλλησε (ελπίζω) και η λευκή έρημος της, έστω ηλεκτρονικής, σελίδας έπαψε να αποτελεί φόβητρο. Ξανά μαζί σας, λοιπόν! Ξανά στις επάλξεις!

Ογδόη Μαρτίου τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές και σήμερα εορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (για να γκρινιάξουμε και λίγο εμείς οι Νεάντερταλ αρσενικοί, υπάρχει Παγκόσμια Ημέρα του Άντρα, εορτάζεται στις 19 Νοεμβρίου, αλλά δεν είναι ακόμη επίσημα αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ!). Αποφασίσαμε λοιπόν να εορτάσουμε κι εμείς, με μια γυναικεία ταινία. Κι ενώ οι politically correct κινηματογραφόφιλοι θα περίμεναν το «Thelma & Louise» (οποία πρωτοτυπία!), αποφασίσαμε να πάμε λίγα χρόνια πιο πίσω και να θυμηθούμε μια άλλη γυναικεία ταινία, μια ταινία εξίσου σημαντική και, κατά την ταπεινή άποψη του συγγραφέα, πιο καλή. «Πράσινες Τηγανητές Ντομάτες» ο τίτλος της, ανάλαφρο και απόλυτα συντονισμένο στην γυναικεία φιλία το θέμα της, χωρίς όμως να λείπουν και οι δραματικοί τόνοι.

Η ιστορία αρχίζει με την Evelyn Couch, γυναίκα, νοικοκυρά και δυσαρεστημένη σύζυγος του Ed, κάτοικος μιας μικρής πόλης της Αλαμπάμα. Παραμελημένη από τον σύζυγό της, πνιγμένη στην ρουτίνα, η ζωή της αλλάζει την αντιδιαμετρικά αντιθέτου χαρακτήρα Ninny Threadgoode, μια ογδοντάχρονη χήρα με τόσο τσαγανό και όρεξη για την ζωή όσα και τα χρόνια της. Η Ninny διηγείται την ιστορία της Imogene «Idgie» Threadgoode, της εγκαταλελειμμένης πια μικρής πόλης Wistle Stop, τις περιπέτειες των κατοίκων της και τις μεταξύ τους σχέσεις. Καθώς τα νήματα της ιστορίας ξετυλίγονται, η Evelyn ανακαλύπτει ότι οι περιπέτειες της Idgie θα μπορούσαν να είναι η δική της ιστορία.

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Fannie Flag, το σενάριο έχει έναν κεντρικό πυρήνα: την γυναικεία φιλία και τις προεκτάσεις της. Θέμα αμφιλεγόμενο και συχνά αντικείμενο ατελείωτων αναλύσεων, προκάλεσε αίσθηση στην εποχή του (αρχές του ’90), όχι τόσο για το υπονοούμενο της ομοφυλοφιλικής σχέσης μεταξύ των δύο πρωταγωνιστριών (θέμα που στο βιβλίο είναι εξαιρετικά ασαφές), όσο για το πως παρουσιάζεται στο κοινό: λουστραρισμένο, γυαλισμένο και επίτηδες υποτονικό. Ο σκοπός όμως του, κυρίως τηλεοπτικού και ενίοτε κινηματογραφικού, Jon Avnet δεν είναι να προκαλέσει αναταράξεις στον λιμνάζοντα συντηρητισμό. Σκοπός του – όπως και του βιβλίου – είναι να προσφέρει επιχειρήματα ενάντια σε έναν ευρέως διαδεδομένο μύθο: δεν υπάρχει γυναικεία φιλία. Κατά πόσο τα επιχειρήματα αποδεικνύονται έωλα ή όχι, εξαρτάται μάλλον από τον θεατή.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους δεν θα μπορούσαμε παρά να βρούμε δύο βαριά ονόματα της γυναικείας υποκριτικής. Kathy Bates στον ρόλο της Evelyn, στα νιάτα της και σε έναν ρόλο εκ διαμέτρου αντίθετο από τις πιο χαρακτηριστικές παρουσίες της. Η Evelyn δεν είναι το άξεστο βλαχαδερό του «About Schmidt», ούτε – θεός φυλάξει! – το ψυχοπαθές τέρας του «Misery». Χωρίς το τσαγανό και την πονηριά μιας Libby Holden του «Primary Colors», η Evelyn είναι ό,τι θα περίμενε κανείς από μια γυναίκα του συντηρητικού Νότου: μια νοικοκυρούλα. Η επανάσταση και η ανακάλυψη της εσωτερικής δύναμης και του θάρρους που της λείπει μπορεί να φαντάζει σαν κλισέ στους τυπολάτρες θεατές, η δυναμική όμως της ερμηνείας της Bates φέρνει την ζυγαριά σε μια, τελικά, απολαυστική ισορροπία.
Δεν συμβαίνει το ίδιο με την τεράστια – και το εννοώ! – Jessica Tandy. Με το Όσκαρ παραμάσχαλα – για το «Driving Miss Daisy» του 1989 – και στο απόγειο μιας καριέρας που ξεκίνησε το 1932, η ερμηνεία της ως Ninny Threadgoode είναι ένας οδοστρωτήρας από το πρώτο λεπτό ως το τελευταίο. Δίκαια απέσπασε την υποψηφιότητα στα Όσκαρ και κατά πόσο το έχασε δίκαια ή άδικα από την Mercendes Ruehl του «Fisher King», είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Τέσσερα χρόνια μετά, η Jessica, η γιαγιά που ο καθένας μας θα ήθελε να έχει και η φιλενάδα που θα θέλατε όλες σας, έφυγε από κοντά μας, αφήνοντας ένα κενό που δεν πρόκειται ποτέ να καλυφθεί, μια καριέρα που θα πρέπει να τιμηθεί κάποτε για το σύνολό της, και έναν γυναικείο χαρακτήρα που βάζει κάτω όλες τις Θέλμα και όλες τις Λουίζ που έχουν εμφανιστεί ποτέ.

Ογδόη Μαρτίου λοιπόν σήμερα, και σε σας τις γυναίκες κάνουμε ένα δώρο. Μια ταινία από σας για σας, για τις γυναίκες που – κι εδώ μιλάω προσωπικά σαν άντρας και όχι σαν εκπρόσωπος των απανταχού αρσενικών – όσο μας ταλαιπωρείτε, άλλο τόσο σας θέλουμε στην ζωή μας. Χρόνια σας πολλά!