Προβολή : Las Acacias – Οι Ακακίες

Μια μικρή σπονδή στην καθημερινότητα, δωσμένη με την αφταστη λυρική μελαγχολία των Λατινοαμερικάνων, το «Las Acacias» είναι αφιερωμένο σε όλους όσους πιστεύουν στην αξία των στιγμών. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης προβάλλει την ταινία του Pablo Giorgelli την Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου, στις 20:30 το βράδυ.

Las Acacias

Οι Λατινοαμερικάνοι έχουν τον λυρισμό στο αίμα τους. Αν ξεκινήσουμε από την λογοτεχνία τους – οπότε, αυτόματα, μας έρχονται στον νου ο Gabriel Garcia Marquez, o Pablo Neruda, ο Jorge Luis Borges – , μια λυρική, τέρμα μελαγχολική και με μια γερή δόση νοσταλγίας διάθεση, είναι ολοφάνερη ακόμη και στον αμύητο. Ο κινηματογράφος τους δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτό το ξεκάθαρα λατινοαμερικάνικο χαρακτηριστικό. Εκεί που διαπρέπουν και εκεί που άλλοι υστερούν – βλέπε Χόλλυγουντ – είναι η τοιχογραφία. Είναι ακριβώς αυτή η μελαγχολική λυρικότητα που τους επιτρέπει να ζωγραφίζουν με κάθε λεπτομέρεια το περιβάλλον τους, να αποδίδουν την παραμικρή πτυχή της καθημερινότητάς τους με ακρίβεια, ζωντάνια και χωρίς περιστροφές. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν ζουν χωρίς τον τόπο τους. Δεν υπάρχουν. Δεν μπορούν να υπάρξουν.

Μπορεί να είναι ένα τυπικό road movie αλλά η ιστορία του Ruben, φορτηγατζή από το Μπουένος Άιρες και της Jacinta, Παραγουανής νεαρής μητέρας είναι καταβάθος μια τοιχογραφία της σημερινής Αργεντινής – και κατ’επέκταση, του Λατινοαμερικάνικου, μελαγχολικού τοπίου. Η ιστορία είναι απλή: χωρίς ιδιαίτερη προθυμία, ο Ruben αναλαμβάνει να μεταφέρει την Jacinta στο Μπουένος Άιρες. Δεν υπάρχει κάτι το παράνομο στην υπόθεση, δεν υπάρχει η συνταγή για περιπέτεια. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Ruben, είναι η πέντε μηνών κορούλα της Jacinta, ένα πλάσμα που είναι στην φύση του να δημιουργεί προβλήματα σε ανθρώπους σαν τον φορτηγατζή μας. Αυτό που βλέπουμε σε μιάμιση ώρα, είναι το αξεδιάλυντο μπλέξιμο των δύο χαρακτήρων, η ανάπτυξή τους, η συμπόρευσή τους, η μεταξύ τους επικοινωνία.

Με μόλις δύο ηθοποιούς – στην ουσία, δυόμιση, αν υπολογίσουμε και το κοριτσάκι – απορεί κανείς για το πως κάποιος μπορεί να φτιάξει ταινία. Μετά από λίγο, ένα πράγμα γίνεται φανερό: οτι ο Pablo Giorgelli έχει θράσσος που του περισσεύει. Σκηνοθετεί, γράφει και υπογράφει το «Las Acacias» κι εκεί που κανείς θα περίμενε μιάμιση ώρα πλάνων που θα ξεχαστούν την επόμενη στιγμή, ο Giorgelli χαμογελάει πονηρά και με νόημα και φεύγει με την Χρυσή Κάμερα από το Φεστιβάλ των Καννών, μια ντουζίνα άλλα βραβεία και το αεράτο βήμα αυτοπεποίθησης ενός σκηνοθέτη που έχει τον τελευταίο λόγο. Είναι η πρώτη του ταινία, και δεν ξέρουμε αν θα υπάρξει δεύτερη – ο Giorgelli δεν είναι καν σκηνοθέτης. Μπορούμε να μιλάμε για one hit wοnder; Δεν νομίζω. Ο σκοπός του Κινηματογράφου δεν είναι η ταινία καθεαυτή. Σκοπός του σκηνοθέτη δεν είναι να βρίσκεται πίσω από την κάμερα και να γαυγίζει εντολές σε ηθοποιούς. Σκοπός είναι να έχεις κάτι να πεις, και να το πεις την κατάλληλη στιγμή. Συνήθως, αυτή η στιγμή είναι όταν αυτό το «κάτι» έχει ωριμάσει. Πολλοί άλλοι, σκηνοθέτες και μη, έχουν περάσει μια ολόκληρη ζωή πριν καταλάβουν αυτή την τόσο απλή αλήθεια. Τι έχει να πει ο Giorgelli; Ότι οι απλές, μονότονες, καθημερινές στιγμές είναι και οι πιο αληθινές. Αυτό εισπράττω εγώ. Τι θα εισπράξει ο καθένας σας, είναι δικό σας θέμα…και μόνο.

Θα σας πάω πίσω σε μια άλλη ταινία, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την σημερινή, δεν είναι καν μια ταινία που διεεκδικεί δάφνες και μια θέση στο Κινηματογραφικό Πάνθεον, δεν στελεχώνεται καν από ηθοποιούς και συντελεστές πέραν του μεροκαματιάρη. Απλά σας πάω εκεί για μια και μόνη φράση στο σενάριο που, πιστεύω, αντικατοπτρίζει όλη την ουσία του «Las Acacias». Στο «Κοράκι» του 1994, ο – μακαρίτης πια – Μπράντον Λι, συζητά με τον αστυφύλακα Albrecht για την ζωή του πριν πεθάνει. «Η Σέλι συνήθιζε να μιλά για τέτοια πράγματα.» αρχίζει ο Eric. «Μικρές στιγμές, που πίστευα ότι είναι ασήμαντες…Πίστεψέ με, τίποτα δεν είναι ασήμαντο».
Αυτό είναι και το μύνημα της ταινίας. Μικρές στιγμές, που μπορεί να φαίνονται ασήμαντες. Καμια στιγμή όμως δεν είναι ασήμαντη και κάθε στιγμή αξίζει να γίνει μια ταινία.

Προβολή : Monsieur Lazhar – Ο Εξαιρετικός Κύριος Λαζάρ

Ένα δράμα χαρακτήρων δεν είναι απαραίτητα βαρύ ή κουραστικό. Οι προσωπικές σχέσεις και συγκρούσεις, αλλά και οι αλληλεπιδράσεις ανθρώπου-κοινωνίας, μπορούν να αποδωθούν με εύπεπτο και ελαφρύ τρόπο. Αυτό καταφέρνει και η ταινία «Monsieur Lazhar» – υποψηφιότητα για Oscar Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2011 – την οποία η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης θα προβάλλει την Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου, στις 20:30. Σας περιμένουμε στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου!

Monsieur Lazhar

Από την στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι την στιγμή που θα πεθάνουμε, υπάρχουν άτομα γύρω μας που μας καθορίζουν. Είναι αυτοί που λαξεύουν την προσωπικότητά μας, που μας δίνουν στοιχεία του χαρακτήρα μας, που προφητεύουν με τις πράξεις, τις ιδέες, την ίδια τους την ύπαρξη, ποιοί είμαστε και ποιοι μπορούμε να γίνουμε. Μερικές φορές προς το καλύτερο, άλλες πάλι προς το χειρότερο, αυτοί οι άνθρωποι είναι αναπόφευκτοι, το ίδιο και η επιρροή τους πάνω μας. Δεν υπάρχουμε σε καθεστώς απομόνωσης – συνυπάρχουμε και ενυπάρχουμε. Σ’αυτό τον κόσμο, πρέπει να ζήσουμε μαζί με άλλους ανθρώπους και δεν υπαρχει τίποτα που να μπορεί να το αλλάξει αυτό.
Χωρίς αμφιβολία, ο νους μας πάει αυτόματα στην οικογένειά μας. Είναι τα πρώτα άτομα που θα συναντήσουμε σ’αυτόν τον κόσμο, οι πρώτοι άλλοι άνθρωποι που θα αρχίσουν να μας επηρρεάζουν από τα πρώτα εκείνα δραματικά λεπτά της ύπαρξής μας – λεπτά που, αν και όλοι τα έχουμε ξεχάσει, είναι τα πιό σημαντικά και τα πιό δύσκολα λεπτά που θα ζήσουμε ποτέ. Υπάρχει όμως μια άλλη ομάδα ανθρώπων,την οποία θα συναντήσουμε πολύ αργότερα, μια κάστα της οποίας η επηρροή είναι εξίσου σημαντική με αυτή των γονιών μας: οι δάσκαλοί μας. Δεν έχει σημασία το πολιτισμικό και πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο γεννιόμαστε, δεν έχει σημασία ούτε η εποχή ούτε η περιοχή στην οποία μας έφερε η τύχη. Δάσκαλοι (και όχι απαραίτητα με την έννοια που όλοι υποθέτουμε, αυτή του σχολικού δασκάλου, αλλά με την ευρύτερη και πιό ασαφή έννοια αυτού που μεταδίδει την γνώση) υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Το πως θα μας επηρρεάσουν, εξαρτάται τόσο από εμάς όσο και από τους ίδιους, καθώς και από το πως έχουν επηρρεαστεί οι ίδιοι από άλλους. Πρόκειται για μια ατέλειωτη αλυσίδα επιρροής και διαμόρφωσης, στην οποία ένας κρίκος είμαστε εμείς. Στο μέλλον, θα υπάρξουν άνθρωποι που θα επηρρεαστούν από τις δικιές μας πράξεις και επιλογές.

Η σχέση δασκάλου και μαθητευόμενου είναι το κεντρικό θέμα της ιστορίας του Bashir Lazhar. Μετανάστης στον Καναδά από την Αλγερία, ο Bashir προσλαμβάνεται σαν αντικαταστάτης της δασκάλας μιας τάξης του δημοτικού, παρ’όλο που ο ίδιος δεν ήταν ποτέ διαπιστευμένος δάσκαλος – ήταν ιδιοκτήτης εστιατορίου. Η δασκάλα την οποία κλήθηκε να αντικαταστήσει αυτοκτόνησε, γεγονός που επηρρεάζει τόσο τις σχέσεις του με τους νέους μαθητές του, οι οποίοι πρέπει να συμβιβαστούν με το γεγονός, όσο και τον ίδιο, μέσα από την προσωπική τραγωδία του χαμού της οικογένειάς του πριν μερικά χρόνια. Μέσα σ’αυτό το βαρύ κλίμα συναισθημάτων, ο Bashir πρέπει να αντιμετωπίσει το νέο του περιβάλλον, να προσαρμοστεί σε αυτό και να βρει μια διοδο επικοινωνίας με τα παιδιά που ζουν το δικό τους δράμα.

Η σχέση δασκάλου-μαθητή αυτόματα φέρνει στο νου τον «Κύκλο Των Χαμένων Ποιητών» του Peter Weir, και δεν είναι λίγοι οι οποίοι συνέκριναν το «Monsieur Lazhar» με το ορόσημο των σχολικών δραμάτων. Ενώ όμως το αριστούργημα του Weir παρουσιάζει μια πιο clean-cut εικόνα του εκπαιδευτικού συστήματος και του πως αυτό επηρρεάζει την ψυχοσύνθεση ενός μαθητή, ο Phillipe Falardeau, νεόκοπος στα σκηνοθετικά πράγματα, διευρύνει την ματιά του και πέρα από το αυστηρό πλαίσιο των προσωπικών σχέσεων. Το «Monsieur Lazhar» έχει και πολιτικές προεκτάσεις, οι συγκρούσεις και οι εντάσεις μεταξύ των χαρακτήρων είναι καθρέφτης των συγκρούσεων και των εντάσεων του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου στο οποίο εκτυλίσσονται. Από αυτή την σκοπιά, το «Monsieur Lazhar» είναι περισσότερο ένα κοινωνικό και λιγότερο ένα ανθρώπινο δράμα – ο Weir επικεντρώνεται στα πρόσωπα και στην ψυχοσύνθεσή τους, ο Falardeu έχει σαν κύριο θέμα την ίδια την κοινωνία. Και οι δυό πετυχαίνουν τον σκοπό τους.
Τον Mohamed Fellag – ή, σκέτο Fellag, όπως είναι ευρύτερα γνωστός – δεν τον ξέρουμε στα καθ’υμάς. Κωμικός, θεατρικός ηθοποιός και συγγραφέας, ο Mohamed Said Fellag όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε το 1950 στο Αλγέρι, και από το 1975 υπάρχει δυναμικά στα θεατρικά πράγματα. Στον ρόλο του Bashir Lazhar κουβαλάει έναν δραματικό ρόλο, απαλύνωντας τις άκρες του με την νότα κωμωδίας στην οποία διέπρεψε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ο Bashir Lazhar, παρά την προσωπική του τραγωδία, παρά τις δραματικές καταστάσεις τις οποίες ζει, δεν είναι ένας αυστηρά δραματικός χαρακτήρας. Είναι ένας κωμικοτραγικός χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που, παρά τα όσα ζει, καταφέρνει να μας κάνει να χαμογελάσουμε λίγο. Η ισορροπίες είναι πολύ λεπτές σε τέτοιους ρόλους – το δραματικό μπορεί να γίνει γελοίο πολύ εύκολα – και, ευτυχώς, ο Fellag καταφέρνει να τις διατηρήσει στο επίπεδο που πρέπει.
Νεόκοπη στα κινηματογραφικά και η συμπρωταγωνίστριά του, η πιτσιρίκα Sophie Nelisse, έχει τον ρόλο της Alice, ένας ρόλος που δρα σαν γέφυρα μεταξύ της ψυχοσύνθεσης του δασκάλου της και του περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Είναι ο πρώτος κινηματογραφικός ρόλος της καριέρας της Sophie, και θα ήταν άδικο να την κρίνουμε αυστηρά. Μέσα από το πρίσμα της ταινίας και μόνο, η μικρή τα καταφέρνει θαυμάσια και αρέσει, τόσο, ώστε να θέλουμε να την ξαναδούμε και στο μέλλον.

Ο Καναδέζικος Κινηματογράφος, και δη ο γαλλόφωνος, μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να εμφανίζεται σαν δυνατός παίχτης στα πράγματα της Εβδομης Τέχνης. Από το 2003 που έγινε το μεγάλο μπαμ με την «Επέλαση Των Βαρβάρων» μέχρι σήμερα, όλο και περισσότερες ταινίες τραβούν την προσοχή. «Μέσα Από Τις Φλόγες» – το οποίο και είδαμε – , αυτή εδώ η ταινία, το φρέσκο «War Witch», οι καναδοί φιγουράρουν σαν κινηματογραφιστές παντώς καιρού αλλά με μια πολυ προσωπική ματιά. Είναι ένας πολυπολιτισμικός κινηματογράφος, ένα είδος κινηματογράφου που μιλάει σε όλους μας, αλλά αναπόφευκτα δικός τους. Είναι ένα είδος κινηματογράφου που, όπως και να’χει, αξίζει να ανακαλύψουμε σιγά-σιγά.

Προβολή : Το Δέρμα Που Κατοικώ – La Piel Que Habito

Μια σπουδή στις ανθρώπινες εμμονές – το κύριο χαρακτηριστικό του είδους μας, όπως και να το δει κανείς – και στις βαθύτερες, πιό απόκρυφες γωνιές του ανθρωπίνου ψυχισμού, το «Δερμα Που Κατοικώ» είναι μια ταινία που φέρει την υπογραφή του Pedro Almodovar απ’άκρη σ’ακρη. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης την προβάλλει την Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου, στις 20:30 και σας περιμένει. Όπως πάντα, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

La Piel Que Habito

Συμβαίνει κάτι μοναδικό όταν ο Κινηματογράφος ασχολείται με τις ανθρώπινες εμμονές. Από τον «Ανδαλουσιανό Σκύλο» του Buñuel ως τους «Διχασμένους» του Cronenberg, και από το «Περπάτησα Με Ένα Ζόμπι» του Tourneur ως το «Ψυχώ» του Hitchcock, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τρομακτικό και στο γελοίο είναι τόσο λεπτή, που χρειάζεται κότσια για να μην την ξεπεράσεις. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο είδος Κινηματογράφου, ίσως γιατί έχει να κάνει με την βαθύτερη φύση μας. Μην χρυσώνετε το χάπι – είμαστε ένα εμμονοληπτικό είδος. Θάρρος και θράσος, (cojones όπως θα έλεγαν οι φιλοι μας οι Ισπανοί) είναι απαραίτητα για να αποτυπωθεί αυτή η πλευρά του ψυχισμού μας στο πανί. Δεν μας αρέσει. Αισθανόμαστε άβολα όταν βλέπουμε τα μύχια της ψυχής μας, τις πιο ανομολόγητες επιθυμίες μας, τα φαντάσματα που κρύβουμε στα βαθύτερα μπουντρούμια του μυαλού μας. Τέτοιος Κινηματογράφος διχάζει. Και, πέρα από το θάρρος και το θράσος, τι άλλο χρειάζεται; Το ταλέντο, που να πάρει! Είναι ελάχιστοι οι σκηνοθέτες που κατάφεραν – και καταφέρνουν – να μας φέρουν απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό με αποτελεσματικότητα, χωρίς να μετατρέπουν τους δαίμονες που μας καταδιώκουν σε μαριονέτες. Παντού στον κόσμο υπάρχουν τρελοί και τρελές σε μοναχικά δωμάτια που δεν είναι τόσο τυχεροί. Σ’αυτή την τόσο σύντομη λίστα, συμπεριλαμβάνονται τα ονόματα που αναφέρουμε πιο πάνω. Ανάμεσα σ’αυτούς, με ένα μοναδικό τρόπο γραφής που είναι καταδικασμένος ή να σου αρέσει ή να τον μισήσεις, βρίσκουμε και τον Pedro Almodovar, τον κατεξοχήν εμμονοληπτικό σκηνοθέτη του Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και έναν από τους ελάχιστους δημιουργούς που, όσο και να προσπαθήσεις, δεν μπορείς να αγνοήσεις.

Κεντρικός ήρωας είναι ο διακεκριμένος πλαστικός χειρούργος Robert Ledgard. Όταν παρουσιάζει το καινούριο δημιούργημά του – έναν τύπο τεχνητού δέρματος – σε ένα επιστημονικό συμπόσιο, κάνει ταυτόχρονα και μια τρομακτική αποκάλυψη: η τεχνική έχει δοκιμαστεί (παράνομα βέβαια) και σε ανθρώπους. Σαν αποτέλεσμα, του απαγορεύεται να συνεχίσει.
Η υπόθεση προχωράει ακόμη πιο βαθιά. Στην απομονομένη του έπαυλη, κρατάει αιχμάλωτη μια νεαρή γυναίκα, την Vera, πάνω στην οποία δοκιμάζει τις τεχνικές του. Μοναδική του βοηθός, η υπηρέτρια του, η Marilia. Το πράγμα στραβώνει όταν ο γιος της Marilia, o Zeca, φτάνει στην έπαυλη ζητώντας άσυλο, υπεύθυνος για μια ληστεία, και ανακαλύπτει την Vera.

Είναι σχεδόν αδύνατο – αδύνατο, όσο και ανούσιο – να προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την πλοκή της ταινίας. Ένας ψυχολογικός λαβυρινθος καταστάσεων, ένας Κυκεώνας συναισθημάτων που φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Ισπανού σκηνοθέτη σε κάθε πλάνο. Στον τομέα της πολυπλοκότητας, ο Almodovar μοιάζει λίγο με τον David Lynch, αλλά χωρίς την παχιά στρώση αλληγορίας του τελευταίου. Ο Almodovar είναι απλός στο βάθος του – δεν χρειάζεται προσπάθεια. Μόνο λίγη προσοχή.
Είκοσι ένα χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία, ο Anthonio Banderas επιστρέφει μπροστά στην κάμερα του μέντορά του και αναλαμβάνει τον ρόλο του Ledgard. Παρά την χρονική απόσταση μεταξύ τους, φαίνεται καθαρά η αποτελεσματικότητα στην μεταξύ τους συνεργασία. Όταν ο σκηνοθέτης σου σε εμπνέει, δεν χρειάζεται και πολύ για να ανακαλύψεις ότι μπορείς να παίξεις καλά. Ξεχάστε την χολυγουντιανή clean-cut περσόνα του Αντόνιο, στην οποία μας έχει συνηθίσει. Στο «Δέρμα Που Κατοικώ» αποδεικνύει κάτι που, εδώ και πολλά χρόνια, οι κινηματογραφικές του επιλογές μας έχουν κάνει να το ξεχάσουμε: ότι είναι ένας καλός ηθοποιός.
Δίπλα στον Banderas, για μια ακόμη φορά βρίσκουμε την Μούσα του Almodovar, την Marisa Paredes, στον ρόλο της Marilia και στην πέμπτη μεταξύ τους συνεργασία. Η μεταξύ τους χημεία – σκηνοθέτη/ηθοποιού – δεν χρειάζεται και πολύ ανάλυση. Tim Burton – Johnnie Depp, Dario Argento – Daria Nicolodi, Pedro Almodovar – Marisa Paredes. Αν δουλεύει, μην το φτιάχνεις.

Είμαστε ένα εμμονοληπτικό είδος και, όταν ο Κινηματογράφος μας φέρνει αντιμέτωπους με τις εμμονές μας αυτές, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τρομακτικό και το γελοίο είναι πολύ λεπτή. O Almodovar είναι ένας από τους ελάχιστους που σχεδόν ποτέ δεν την ξεπερνούν και στο «Δέρμα Που Κατοικώ», το αποδεικνύει.

Προβολή: kolya

Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης προβάλλει την τσέχικη ταινία του 1996  «Kolya» του Jan Sverak, τιμημένη με ξενόγλωσσο όσκαρ. Την Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου, στις 20:30, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

Kolya

KolyaΤρεις δεκαετίες μετά την μεγάλη ακμή του τσεχοσλοβάκικου νεοκυματικού κινηματογράφου που απέφερε δυο ξενόγλωσσα όσκαρ με το Μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού (1965, του Ján Kadár) και τον Άνθρωπο Που Έβλεπε Τα Τρένα Να Περνούν (1967, του Jiří Menzel) το χρυσό αγαλματίδιο ξαναήρθε στην τεμαχισμένη, από το 1993, αυτή τη φορά Τσεχία με τον πολυσυζητημένο Kolya. Και αν οι δυο προαναφερθείσες ταινίες είχαν σαν φόντο τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και έντονες επιροές απ’ τον ιταλικό νεορεαλισμό, αυτή εδώ η πανέμορφη ταινία χτίζεται πάνω στην Βελούδινη Επανάσταση  της Πράγας για να δώσει μια πανάλαφρη, σχεδόν «βελούδινη» αίσθηση αλλά και ένα βαθειά ανθρώπινο χαρακτήρα.
Ο Louka λοιπόν είναι ένας μεσήλικας, ταλαντούχος αλλά μπατίρης μουσικός που ωστόσο δεν παραλείπει να απολαμβάνει τις χαρές τις ζωής. Πιεσμένος απ’ τα οικονομικά προβλήματα δέχεται την πρόταση ενός γνωστού του να κάνει έναν εικονικό γάμο με μια ρωσίδα προκειμένου η τελευταία να καταφέρει να μείνει στην Πράγα. Το σχέδιο όμως στραβώνει και έτσι η ρωσίδα φεύγει απ’ την Τσεχοσλοβακία και σαν να μην έφτανε αυτό του αφήνει αμανάτι τον μικρό της γιο Kolya που δεν ξέρει λέξη τσέχικα. Έτσι μέσα από αυτή την περιπέτεια που ο Louka στην αρχή την αντιμετωπίζει σαν αγγαρεία θα αναπτυχθεί μια όμορφη φιλία που θα δώσει καινούργιο νόημα στην ζωή του.
Το άρωμα της ανατολικής Ευρώπης είναι διάχυτο παντού, το ίδιο και η μουσική της, παρόλη όμως την ανθρωπιά που ξεχειλίζει από παντού μια υφέρπουσα απειλή φαίνεται να κρέμεται πάνω απ΄ την Πράγα και τους ανθρώπους της. Η καταρρέουσα όπου νά ΄ναι Σοβιετική Ένωση απειλεί να πάρει μαζί της στον γκρεμό όχι μόνο ανθρώπους αλλά και χώρες ολόκληρες. Τελικά οι ανθρώπινες σχέσεις θα παραμείνουν ζωντανές και η μελωδία του πιάνου αλλά και ο τελικός αποχαιρετισμός των δυο πρωταγωνιστικών χαρακτήρων θα μείνουν να μας υπενθυμίζουν πως οι άνθρωποι πάντα χρειάζονται ο ένας τον άλλον και πολύ περισσότερο όταν όλα γύρω μυρίζουν ότι έρχεται κάτι απειλητικό. Τρία λοιπόν τα βασικά σημεία της ταινίας αυτής που δείχνουν να ευθυγραμμίζονται απόλυτα σε μια λεπτή και ίσως αδιόρατη ευθεία, αυτή της ανθρωπιάς: η παιδική φιγούρα του Kolya, η μουσική που απλώνει τα ευγενικά της πέπλα παντού και ο ειρηνικός χαρακτήρας της Βελούδινης Επανάστασης. Και βέβαια η προέκταση της γραμμής αυτής βάρεσε κατακούτελα την ακαδημία των Όσκαρ. Επικουρικά σε όλα τα παραπάνω κι ένα διακριτκό χιούμορ που όμως είναι τόσο ταιριαστό με την ατμόσφαιρα της ταινίας χωρίς ποτέ να είναι ούτε χοντροκομένο ούτε παράταιρο.
Όσο για τον δημιουργό του Jan Sverak, αυτή εδώ είναι σίγουρα η κορυφή του σε μια ανοδική μεχρι τότε πορεία. Το επίτευγμα του ξενόγλωσσου όσκαρ μάλιστα παραλίγο να το πετύχει το 1991 με το μάλλον ισάξιο Elementary School που εγκαινιάζει την συνεργασία του με τον πατέρα του (και πρωταγωνιστή του Kolya Zdeněk Svěrák) στο σενάριο.