Hugo

Τρίζοντας και αγκομαχώντας, η πανάρχαια μηχανή προβολής ρίχνει ένα τρεμουλιαστό, αχνοκίτρινο φως στο πανί. Το φιλμ είναι τόσο ευαίσθητο που με το παραμικρό θα κοπεί – ή θα πάρει φωτιά, μιας και το σελλυλόιντ είναι εξαιρετικά έφλεκτο και το πολυεστερικό φιλμ δεν είχε εφευρεθεί ακόμα. Ανάμεσα στις χαραγματιές, στην σκόνη και στα σημάδια του χρόνου, πέφτουν οι εναρκτήριοι τίτλοι: «Le Voyage Dans la Lune». Ταξίδι Στην Σελήνη. Από κάτω, ανάμεσα σε δύο αστέρια, η εταιρία παραγωγής, Star Films. Η ταινία είναι του 1902 – τα εκατόν δέκα χρόνια της ηλικίας της φαίνονται ξεκάθαρα. Στα μάτια μας, στα μάτια των θεατών των αρχών του 21ου αιώνα, φαίνεται αφελής, κακοφτιαγμένη, σχεδόν γελοία. Κι όμως. Είναι η πιο σημαντική ταινία που έχει φτιαχτεί ποτέ. Στους ώμους της σηκώνει άπειρες ώρες ταινιών, τεχνολογικά επιτεύγματα πέρα από κάθε φαντασία, τρανταχτά ονόματα που φιγουράρουν στα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου και στα poster κάθε παιδικού και μη δωματίου. Μια βιομηχανία ονείρων που μετρά δισεκατομμύρια δολλάρια, μια βιομηχανία ονείρων που έχει πλάσει τους χαρακτήρες όλων μας. Στεκόμαστε στους ώμους γιγάντων. Κι αυτό το δωδεκάλεπτο,κακοφτιαγμένο φιλμάκι των αρχών του προηγούμενου αιώνα είναι ο μεγαλύτερος γίγαντας. Δεν υπάρχει Κινηματογράφος χωρίς το «Ταξίδι στην Σελήνη». Δεν υπάρχει Κινηματογράφος χωρίς τον δημιουργό της, τον Georges Méliès.

Ο μικρός Hugo Cabret έμεινε ορφανός όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε σε ένα τραγικό ατύχημα. Ο άνθρωπος που τον φρόντισε, ο μέθυσος θείος Claude, πέθανε κι αυτός. Ολομόναχος πια, ο μικρός Hugo ζει στον σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιου, κουρδίζωντας το μεγάλο ρολόι που ενημερώνει τους χιλιάδες ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά εκεί, και προσπαθώντας να αποφύγει τον στριφνό αστυφύλακα Gustave και το ντόπερμαν του. Στο μικρό του δωματιάκι πίσω από το ρολόι, προσπαθεί να επισκευάσει το μόνο αντικείμενο που του έμεινε από τον πατέρα του, ένα μηχανοκίνητο ανθρωπάκι που κάθεται σιωπηλό με μια πένα στο χέρι. Ένα «αυτόματον», όπως το είχε πει ο πατέρας του κάποτε.
Η περιπέτειά του αρχίζει όταν προσπαθεί να βρει κάποια κομμάτια που του λείπουν από το μαγαζάκι ενός γέρου που πουλάει κουρδιστά παιχνίδια, και συλλαμβάνεται επ’αυτοφόρω. Ο γέρος του παίρνει το μικρό σημειωματάριο με τα σχέδια του αυτόματου, και ο Hugo πρέπει να το ξαναπάρει αν θέλει να συνεχίσει.

Η ιστορία του Hugo Cabret είναι κοινότυπη και αναμενόμενη: ορφανός ο πρωταγωνιστής (χρήσιμο «εργαλείο» που χρωματίζει αποτελεσματικά με μια λεπτή στρώση τραγικότητας), ο προαιώνιος εχθρός που του κάνει την ζωή δύσκολη, ο απο μηχανής θεός (στην περίπτωσή μας, η ανηψιά του γέρου), η αναζήτηση και το αναπόφευκτο happy end. Σε τελική ανάλυση όμως, η κοινοτυπία της ιστορίας δεν έχει μεγάλη σημασία. Εξάλλου, όλες οι ιστορίες έχουν ήδη ειπωθεί. Σημασία έχει ποιός διηγείται την ιστορία. Κι όταν αυτός δεν είναι άλλος από τον Martin Scorsese, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα απολαύσεις το τελικό αποτέλεσμα.
Ο πολυαγαπημένος Marti – γνωστός, μη εξαιρεταίος και δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις – δεν μας έχει συνηθίσει σε ταινίες που δεν σχετίζονται με την αγαπημένη του Νεα Υόρκη. Αν μη τι άλλο, θα νομίζαμε οτι είναι ο τελευταίος σκηνοθέτης που θα πατούσε το πόδι του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και μάλιστα στο Παρίσι. Κάνουμε λάθος όμως αν νομίζουμε ότι βρίσκεται έξω από τα νερά του. Δεν είναι ο τόπος που ωθεί την σκηνοθετική του ματιά, δεν είναι το περιβάλλον. Είναι η ιστορία του Hugo. Και, μάλιστα, μια συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας, που την καθορίζει από το πρώτο της λεπτό ως το τελευταίο: ο Πατέρας του Κινηματογράφου, ο ίδιος ο Georges Méliès. Στο «Hugo» ο Scorsese αποτίει έναν φόρο τιμής σε αυτόν που καθόρισε την μοίρα όχι μόνο του ίδιου, αλλά και κάθε σκηνοθέτη, σεναριογράφου και ηθοποιού, όλους όσους προηγήθηκαν και όλους όσους θα ακολουθήσουν. Το είπαμε και πριν, δεν υπάρχει Κινηματογράφος χωρίς τον Georges Méliès, και ο Scorsese το αναγνωρίζει με ευλάβεια και σεβασμό. Μπορεί οι τεχνικές και οι ματιές να έχουν αλλάξει, αλλά δεν είναι οτι ο Méliès ήταν ο καλύτερος – που δεν ήταν. Είναι ότι είναι ο πρώτος.
Άλλο ένα σημείο στο οποίο μας εκπλήσσει ευχάριστα ο Scorsese, είναι το τεχνικό κομμάτι της ταινίας. Από τις βρώμικες και καπνισμένες φτωχογειτονιές της Little Italy, στο λαμπερό,απαστράπτον και παραμυθένιο Παρίσι των αρχών του αιώνα, από το αχνό και ματ πλάνο του φιλμ στο πολύχρωμο και θεαματικό 3D – είναι μια μετάβαση που λίγοι περίμεναν και ακόμη λιγότεροι κατάλαβαν. Πολλοί κατέκριναν τον Scorsese για την επιλογή του αυτή, με κατηγορίες που έφτασαν ακόμη και στα ύψη του «ξεπουλήματος» (αλλος ένας μεγάλος σκηνοθέτης που έπεσε στον βωμό της βιομηχανίας του θεάματος). Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είχε ευκαιρίες επιλογής: η κινηματογράφηση είναι ένα εξαιρετικά ασαφές θέμα και ένας σκηνοθέτης της εμβέλειας του Scorsese θα μπορούσε να κάνει θαύματα ακόμη και με κάμερα κινητού τηλεφώνου. Το «Hugo» προσφέρεται για clay motion ή ακόμη και για stop motion και, αν και η επιλογή δεν θα ήταν λιγότερο αμφιλεγόμενη, θα ήταν πιο αναμενόμενη. Γιατί 3D λοιπόν; Την απάντηση μας την δίνει ο ίδιος : γιατί του αρέσει! Ο Scorsese είναι ένας από τους λίγους σκηνοθέτες που μπορούν, στην κυριολεξία, να κάνουν ότι θέλουν, και κανείς δεν μπορεί να πει κουβέντα γιαυτό.
Μπροστά από τις κάμερες, μια πλειάδα ηθοποιών προσφέρουν ταλέντο και διασκεδάζουν αφάνταστα ερμηνεύοντας ρόλους τόσο πολύχρωμους όσο και το περιβάλλον στο οποίο δρουν. Πρώτος και καλύτερος ο αγαπημένος – ό,τι και να κάνει – Ben Kingsley, στο ρόλο του Georges Méliès. Ένας, στην ουσία, τραγικός χαρακτήρας, όπως ακριβώς και ο πραγματικός Méliès, κουβαλάει στο πρόσωπό του το παρελθόν της δόξας, τον ξεπεσμό και την περιθωριοποίηση που ακολούθησε, την τελική αναγνώριση. Πάνω απ’όλα το πάθος του δημιουργού, του μοναχικού ανάμεσα στο πλήθος καλλιτέχνη, που έχει αφιερώσει όλη του την ζωή στην μεγάλη του αγάπη: στην αφήγηση.
Τον Asa Butterfield τον γνωρίσαμε στο «The Boy With The Striped Pajamas», και στο Hugo πιάνει την ευκαιρία που του δίνεται από τα μαλλιά. Ο Hugo Cabret προβάλλει σαν alter ego του μεγάλου δημιουργού που έχει χάσει την αίγλη του, το παιδί που πάντα ήταν ο Méliès και τώρα πιά δεν είναι. Είναι τόσο στενή η σχέση των δύο: ο Hugo δεν υπάρχει χωρίς τον Méliès και ο Méliès δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον Hugo.
Από κει και πέρα, ο θίασος του ensemble συνεχίζεται με τον Sacha Baron Cohen που, όσο άχρωμος και άγευστος να είναι σε άλλες ταινίες, εδώ χτυπάει κέντρο στον ρόλο του φαινομενικά σκληρού και άκαρδου, αλλά κατά βάθος ρομαντικού, επιθεωρητή Gustave. Δίπλα στον Hugo, το τρελό πιτσιρίκι του (αγαπημένου) «Kick Ass», Chloë Grace Moretz, μεγάλη κοπέλα πια, πιο όμορφη από ποτέ, κρατάει τον ρόλο της Isabelle με ευκολία. Τέλος, όσο σύντομα και να είναι τα περάσματά του, όσο μικρός και να είναι ο ρόλος του, πάντα χαιρόμαστε να βλέπουμε τον αγαπημένο Christopher Lee στην μεγάλη οθόνη – θα τον ξαναδούμε, παρά τα ενενήντα του(!) χρόνια, στο μεγαλεπήβολο «Hobbit», κι ευχόμαστε να τον βλέπουμε συνέχεια για άλλα τόσα χρόνια!

Τελικά, τι είναι το «Hugo»; Ένα παραμύθι, μια περιπέτεια, μια ελεγεία, ένας φόρος τιμής. Δεν έχει σχέση με τα Χριστούγεννα, αλλά ταιριάζει περισσότερο από άλλες που έχουν. Χρώμα, φως, απόλαυση, περιπέτεια, δύο μεστές ώρες κινηματογραφικής μαγείας που τόσο μας λείπουν στην σημερινή εποχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: