Προβολή : Waking Ned Devine – Οι Λοττο…φάγοι

Ας αρχίσει η χρονιά μας με κωμωδία. Με πονηριά, με τραγελαφικές καταστάσεις, με παμπόνηρους χωριάτες και με γυρίσματα της τύχης. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης προβάλλει την κωμωδία «Οι Λοττο…φάγοι«. Ας αρχίσει η χρονιά με γέλιο! Την Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου, στις 20:30, ελάτε στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου να γελάσουμε μαζί στην πρώτη προβολή μας για το 2013!

Waking Ned Devine

Όπως λένε και οι Waterboys στο «Fisherman’s Blues» – από το θαυμάσιο ομώνυμο άλμπουμ τους – «μακάρι να’μουν ψαράς/να διασχίζω τις θάλασσες/μακριά από τις στεριές/και τις πικρές αναμνήσεις». Ας το παραδεχτούμε,όλοι μας κρύβουμε έναν λυρικό ποιητή μέσα μας.Σκεφτόμαστε τα όνειρα που κάνουμε και τα τυλίγουμε με αθεράπευτο ρομαντισμό, φαντασιωνόμαστε το Εγώ μας να γεμίζει με την ομορφιά των απλών πραγμάτων και αισθανόμαστε μεγάλοι και τρανοί μπροστά σε όσους κρίνουμε πεζούς, ρηχούς και άδειους (εδώ φανταστείτε ανάλογη μουσική, επικό πλάνο απέραντων λιβαδιών και απόρθητων βουνοκορφών). Και ξαφνικά, έρχεται η πραγματικότητα να μας προσγειώσει (ήχος βελόνας που σκάβει τον δίσκο, η μουσική σταματάει, το επικό πλάνο αλλάζει σε μαύρο). Μια απλή ερώτηση ξεπηδάει από τα βάθη του μυαλού μας, θεριεύει και φουσκώνει, ώσπου καταπίνει κάθε όνειρο, κάθε φαντασίωση, κάθε πλάνο επικών λιβαδιών και απόρθητων βουνοκορφών: «Δεν θα ήταν άσχημα και ένα εκατομμυριάκι στην τράπεζα,ε; (ηχητικό background: ένα χαιρέκακο γελάκι). Ουαι τοις ηττημένοις, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Όλοι κρύβουμε έναν λυρικό ποιητή μέσα μας, αλλά το στομάχι δεν γεμίζει με ιδεαλισμό.

Δύο γέροι φίλοι, ο Jackie και ο Michael, ζουν στο χωριό Tulaigh Mhór (για να σας βγάλουμε από τον κόπο ενός τυπικότατου ιρλανδέζικου γλωσσοδέτη, προφέρεται Τάλιμορ) της Ιρλανδικής επαρχίας. Πληθυσμός: πενήντα δύο κάτοικοι. Κάθε τι σε ένα τέτοιο μέρος αποτελεί συγκλονιστική είδηση, και τα νέα ότι ο μοναδικός νικητής του εθνικού Λότο κατάγεται από το χωριό δεν αποτελούν εξαίρεση. Οι δύο φίλοι πασχίζουν να ανακαλύψουν ποιός είναι ο υπερτυχερός, και φτάνουν στον Ned Devine, έναν γηραλέο ψαρά που ζει απομονωμένος έξω από το χωριό. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν τον ανακαλύπτουν σπίτι του, με το τυχερό δελτίο στο χέρι, ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που ξεκινά από το ένα αυτί και καταλήγει στο άλλο…αλλά νεκρό. Εκεί αρχίζουν τα διλήμματα, οι ίντριγκες…και η πλάκα.

Ο Βρετανός Kirk Jones δεν είναι μεγάλο όνομα στον χώρο του κινηματογράφου αλλά σίγουρα είναι γνωστός αν ασχολήστε επαγγελματικά με την διαφήμιση (το πολυβραβευμένο σποτάκι της βότκας Absolut στις αρχές του ’90 είναι δικό του). Είναι όμως βρετανός και, ως εκ τούτου, το βρετανικό χιούμορ το έχει στο αίμα του. Στο «Waking Ned Devine» αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Πρόκειται για την πρώτη του ταινία και καλά κάνει που δεν ρισκάρει, επιλέγοντας να βαδίσει σε γνώριμα μονοπάτια. Μην νομίζετε ότι το να σκηνοθετείς μια μαύρη κωμωδία είναι εύκολο ή απλό, αλλά το να ακολουθείς τον Πρώτο Κανόνα της Τέχνης σε βγάζει πάντα – ή, σχεδόν πάντα – ασπροπρόσωπο: κάνε αυτό που ξέρεις καλά. Και αυτό κάνει ο Jones, ευτυχώς για μας. Τόσο πίσω από την κάμερα όσο και πίσω από το θαυμάσιο, θανατηφόρο (με την καλή έννοια), ιρλανδέζικα χρωματισμένο σενάριο, ο Kirk Jones κάνει αυτό που ξέρει καλά, και μας αποζημιώνει στο έπακρο.
Η σκηνοθεσία και το σενάριο αποτελούν το ένα μισό. Το άλλο μισό είναι οι ηθοποιοι. Και τι μπορούμε να πούμε για τους δύο γηραιούς πρωταγωνιστές οι οποίοι, κοιτώντας το εκτενές βιογραφικό τους, μετράνε ο καθένας γύρω στα πενήντα χρόνια εμπειρίας στο πανί της Έβδομης Τέχνης.
Ο Ian Bannen ξεκίνησε την καριέρα του την δεκαετία του 50 και συνέχισε αδιάκοπα να δουλεύει ως τον άδικο θάνατό του (από αυτοκινητιστικό ατύχημα) το 1999. Στο «Waking Ned Devine» τον βρίσκουμε σε έναν από τους τελευταίους του ρόλους, ως Jackie O’Shea, κάτοικο του χωριού και άμεσα υπεύθυνου για τα όσα τραγελαφικά συμβαίνουν: αυτός είναι που ανακαλύπτει τον Ned Devine νεκρό στο σπίτι του, αυτός είναι που μηχανεύεται το κόλπο για να μην πάνε χαμένα τα λεφτά, αυτός είναι που μπάζει το αιώνιο φιλαράκι του, τον Michael, στο κόλπο και ολόκληρο το χωριό σε περιπέτειες. Ο Ian Bannen παίζει με την ζωντάνια ενός εφήβου, σε έναν ρόλο που σε κερδίζει σε όλες του τις στιγμές και σε όλες του τις εκφάνσεις. Ακόμα κι αν αναλύσουμε τον χαρακτήρα του Jackie μέσα από το αυστηρό πρίσμα της πλοκής – δεν παύει να είναι, στην ουσία, ένας απατεώνας -, είναι αδύνατο να μην τον συμπαθήσουμε. Πιστέψτε με, αν όλοι οι απατεώνες ήταν έτσι, όλοι θα θέλαμε να έχουμε έναν για φίλο μας!
Ο έτερος του πρωταγωνιστικού διδύμου είναι ένας από τους – κατά την γνώμη μου – καλύτερους ηθοποιούς που έχει βγάλει αυτό το παράξενο, θεότρελο νησί της Ιρλανδίας, και ένας από τους προσωπικά μου αγαπημένους. Ο David Kelly μετρούσε ήδη εξήντα ολόκληρα χρόνια αδιάκοπης δουλειάς, ως τον θάνατό του το 2010, η είδηση του οποίου αποτέλεσε εθνικό γεγονός. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός ως παππούς Joe στην κατά Tim Burton εκδοχή του «Τσάρλι Και Το Εργοστάσιο Σοκολάτας», αλλά στην Ελλάδα είναι γνωστό ότι τα καλά νέα φτάνουν αργά. Στο «Waking Ned Devine» κρατάει τον ρόλο του Michael O’Sullivan, επιστήθιου και από αμνημονεύτων ετών φίλο του Jackie O’Shea, και στην ερμηνεία του δεν υστερεί σε τίποτα από το παμπόνηρο έτερον ήμισύ του. Ζωντάνια, σφρίγος, γαρνιρισμένα με λίγο περισσότερη αθωότητα από τον φίλο του, αλλά πάντα έτοιμος να λάβει μέρος στο παιχνίδι, ο Michael O’Sullivan είναι το τέλειο συμπλήρωμα σε ένα ζευγάρι από αυτά που μένουν στην μνήμη μας και στην ιστορία του Κινηματογράφου. Burt Lankaster – Kirk Douglas, Walter Mathau – Jack Lemon…προσθέστε και το ζευγάρι Ian Bannen – David Kelly για να «δέσει το γλυκό». Απλά και μόνο, το τέλειο δέσιμο για δύο τρελόγερους που βάζουν κάτω πολλούς εικοσάρηδες της δικής μας γενιάς.
Δίπλα στο αξέχαστο δίδυμο, η Fionnula Flanagan δεν είναι μικρό όνομα. Βέρα Ιρλανδέζα κι αυτή, έκανε το ντεπούτο της το 1965, και βρίσκεται ακόμα μαζί μας και σήμερα. Μικρότερη σε ηλικία από τους δύο συμπρωταγωνιστές της, αλλά με όχι λιγότερο αξιοζήλευτο παλμαρέ, η Flanagan παίζει την γυναίκα του Jackie, την Annie, και στην ουσία είναι η φωνή της λογικής. Ή τουλάχιστον, προσπαθεί στην αρχή να είναι. Το παιχνίδι όμως έχει αρχίσει για τα καλά, βρισκόμαστε στην τελική ευθεία και η λογική πάει περίπατο. Δεν είναι τα κέρδη, δεν είναι τα λεφτά – εξάλλου, σύμφωνα με τον πιτσιρικά της ταινίας, «όλα θα έχουν ξοδευτεί σε δύο μέρες για μπύρες στην παμπ του Finnegan». Είναι η περιπέτεια που την ωθεί τελικά να υψώσει το ποτήρι της μαζί με τους άλλους και να αναφωνήσει με το αξεπέραστο ιρλανδέζικο μπρίο: «slainte!!!». Στην υγεία σας!!!

Στο «Fisherman’s Blues» συνεχίζουν οι Waterboys να τραγουδούν:»μακάρι να’μουν οδηγός/σ’ενα δυνατό τρένο/που βρυχάται κι αγκομαχά στις γραμμές του/σαν κανόνι στην βροχή». Ας το παραδεχτούμε, όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν λυρικό ποιητή. Όλοι φανταζόμαστε πανοραμικά πλάνα ατέλειωτων λιβαδιών και απόρθητων βουνοκορφών, συνοδεία ανάλογης μουσικής. Όμως, κάποια στιγμή θα ακουστεί ο ήχος της βελόνας που σέρνεται στον δίσκο, η μουσική θα τελιώσει απότομα και τα πανοραμίκ θα σβήσουν σε μαύρο φόντο. Τότε έρχεται η ώρα να παραδεχτούμε ότι, καλός ο ιδεαλισμός και ονειροποληση, αλλά και ένα εκατομμυριακί στην τράπεζα δεν θα μας έπεφτε άσχημα. Ειδικά όταν η χαιρέκακη φωνή που μας το ρωτάει αυτό είναι η φωνή του Ned Devine.

Προβολή : Κουζίνα Με Ψυχή – Soul Kitchen

Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας καλεί σε γεύμα! Πρώτο πιάτο: Κινηματογράφος. Κυρίως πιάτο: Μουσική. Επιδόρπιο: Μαγειρική. Το γεύμα θα σερβιριστεί με άφθονο σουρεαλισμό, μπόλικες τραγελαφικές καταστάσεις και γερές δόσεις κωμωδίας. Σεφ, ο Fatih Akin. Σας περιμένουμε, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου, την Κυριακή 30 Δεκεμβρίου, στις 20:30!

Soul Kitchen

Θα προσπαθήσω να είμαι ειλικρινής στον αναγνώστη αυτής της κριτικής: όσες φορές και να προσπάθησα, δεν τα κατάφερα. Για κάποιο λόγο, το να ξεκινήσω ένα άρθρο για μια ταινία με θέμα την μαγειρική, φαίνεται αδύνατο. Ευτυχώς, εκεί που ήμουν έτοιμος να παραδώσω τα όπλα, ήρθε ο Anthony Lane του New Yorker και η κριτική του «Soul Kitchen» για να με βγάλουν από την δύσκολη θέση. Προσέξτε λοιπόν τι γράφει:

«Οι ταινίες με θέμα το φαγητό είναι προσωπική υπόθεση. Έχω πια χάσει τον λογαριασμό του πόσες φορές έχω υποστεί ταινίες που σε κάνουν να πλαταγιάζεις την γλώσσα σου, να νοιώθεις την καρδιά σου χορτάτη, να σου τρέχουν τα σάλια. Για να μην αναφερθώ σε ταινίες μαγειρικής με – υποτίθεται – κρυφά νοήματα, σαν το «Chocolat» ή το «Like Water For Chocolate». Όλες αυτές δεν μένουν στην μνήμη σου περισσότερο απ’ότι θα έμενε ένα αξιοπρεπές γεύμα δύο πιάτων. Υπάρχουν παραδείγματα που αντέχουν περισσότερο στον χρόνο, σαν το «Δείπνο της Μπαμπετ» ή το «Μεγάλη Νύχτα» οι οποίες, αν και γεμάτες από γευστικές λεπτομέρειες, προχωρούν ακόμη πιο πέρα από το φαγητό…Όλες όμως ξεκινούν από την ίδια βασική ιδέα: το ότι το φαγητό είναι ένας από τους ισχυρότερους κοινωνικούς δεσμούς, αμβλύνει τις εντάσεις και ηρεμεί τις καταστάσεις. Πόσες φορές όμως έχουμε βρεθεί σε ένα τραπέζι όπου οι ελπίδες μας για ηρεμία εξαφανίζονται σιγά-σιγά με κάθε παράξενο πιάτο που μας σερβίρεται; Η πραγματικότητα είναι μια: οι καρδιές των ανθρώπων ζούν σε ισορροπίες τόσο λεπτές όσο αυτές της παρασκευής ενός σουφλέ τυριών. Όσο εύκολα μπορεί να πετύχει το σουφλέ, άλλο τόσο εύκολα μπορεί να αποτύχει».

Σε αυτό το μονοπάτι κινειται το «Soul Kitchen» του Fatih Akin. Κι ενώ στις προηγούμενες ταινίες του  ο Τουρκο-Γερμανός σκηνοθέτης μας έδειχνε ζωές και χαρακτήρες που ζούσαν στην τραγικότητα, εδώ ακολουθεί μια πιο light προσέγγιση.

Ο Ζήνος Καζαντζάκης (ναι, το επώνυμο δεν είναι καθόλου τυχαίο!) είναι ο ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου στο Αμβούργο, το οποίο βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο αδερφός Ηλίας, απατεώνας μεγάλου βεληνεκούς, βρίσκεται στην φυλακή, αλλά τον επισκέπτεται τακτικά με «ειδικές άδειες» ζητώντας του δουλειά – όση δουλειά χρειάζεται για να κοροϊδεύει τις Αρχές και να συνεχίζει τις κλοπές του. Η κοπέλα του Ζήνου, η Nadine, ετοιμάζεται να φύγει για δουλειές στην Κίνα, ένας παλιός του γνώριμος από το σχολείο, ο Thomas, τώρα επιχειρηματίας, θέλει να αγοράσει το εστιατόριο. Ανάμεσα σε όλα αυτά, υπάρχει κι ο σεφ του εστιατορίου ο Shayn, ενας άξεστος αλλά παμπόνηρος μάγειρας με βλέψεις υψηλής μαγειρικής. Προσθέστε στο μείγμα και μια ξεγυρισμένη δισκοπάθεια, έναν «δόκτορα εναλλακτικής ιατρικής» (διάβαζε «απατεώνας») και μια φυσιοθεραπεύτρια την οποία ερωτεύεται ο Ζήνος, και θα καταλάβετε το πόσο εκρηκτικό είναι το όλο μείγμα.

Ο Fatih Akin βεβαια,μας έχει συνηθίσει σε εκρηκτικά μείγματα. Αλλά, ενώ συνήθως δεν χαρίζεται όταν σερβίρει «βόμβες» (δεν χαρίστηκε ούτε στο «Head-On» ούτε στο «Edge Of Heaven«, δύο από τις πιο αποκαρδιωτικές και στεγνωτικές ταινίες της τελευταίας δεκαετίας), στο «Soul Kitchen» δουλεύει πιο χαλαρά. Εδώ δεν υπάρχουν δευτερα και τρίτα επίπεδα σκέψης – ακόμα και η πολυπολιτισμικότητα της ιστορίας είναι επιφανειακή, είναι απλά «αυτό που είναι», χωρίς να καλεί τον θεατή σε σκέψεις και αναλύσεις επί του θέματος της μετανάστευσης. Κάλεσμα υπάρχει,αλλά μας καλεί μόνο να απολαύσουμε αυτό που βλέπουμε. Debate και ιδεολογικές κόντρες, ας τα αφήσουμε για κάποια άλλη ταινία. Μήπως έχασε την ματιά του, δικαιολογημένα μπορεί να απορήσει κάποιος που παρακολουθεί την φιλμογραφία του τουρκο-γερμανού σκηνοθέτη. Κάθε άλλο. Απλά ο Akin είναι ένας από αυτούς τους σκηνοθέτες που δεν φοβούνται να ρισκάρουν την εικόνα τους.
Ο «δικός μας» Adam Bousdoukos βρίσκεται για μια ακόμη φορά μπροστά από την κάμερα, στην πέμπτη του συνεργασια με τον Akin και στον ρόλο του Ζήνου, σε ένα ακόμη σίγουρο στοίχημα και για τους δύο. Αν το διάσημο δημιούργημα του συνωνόματού του, ο Αλέξης Ζορμπάς, είναι πιά συνώνυμο της ελληνικής λεβεντιάς, ο Ζήνος Καζαντζάκης είναι συνώνυμο του έλληνα φουκαρά. Ένας σύγχρονος Καραγκιόζης, κουβαλάει στην πλάτη του την γκαντεμιά ενός λαού που ζει υπό το καθεστώς φάπας. Όλα πάνε στραβά, σουρεαλιστικά στραβά, θεότρελα στραβά και, όσο κι αν προσπαθεί να βρει την άκρη και να φτιάξει την ζωή του, άλλο τόσο αποδεικνύει οτι το έχει στο αίμα του να μπλέκει με τους λάθος ανθρώπους την λάθος ώρα. Ακόμη κι όταν η πολυπόθητη επιτυχία έρχεται, και το τέλος είναι κλασικά happy, καταλαβαίνεις ότι οι περιπέτειές του δεν έχουν τέλος. Κι ακόμη χειρότερα, καταλαβαίνεις ότι δεν θες οι περιπέτειές του να έχουν τέλος.
Δίπλα του, άλλο ένα «στανταράκι» για τον Akin. Ο Birol Ünel στον ρόλο του Shayn, του μάγειρα με τον εγωισμό και το μπρίο ενός αρχισεφ με τριακόσιες χιλιάδες αστέρια Μισελεν, είναι πραγματικός πύραυλος σε κάθε σκηνή της ταινίας. Στην πραγματικότητα, ο Shayn δεν είναι τίποτε άλλο από ακόμα ένας άξεστος απατεώνας, που σερβίρει πλαστικό φαγητό για δημιούργημα υψηλής γαστρονομίας, (πιστεύοντας το κι από πάνω!), ένας ακόμα απατεώνας από τους πολλούς που περιτριγυρίζουν τον δύστυχο Ζήνο. Ο Ünel πραγματικά σηκώνει την ταινία στους ώμους του, μια απολαυστική ερμηνεία από έναν ηθοποιό-παρακαταθήκη, τόσο για τον Γερμανικό όσο και, γενικότερα, για τον Ευρωπαϊκό Κινηματογράφο.

«Κουζίνα Με Ψυχή», λέει σε κάποια στιγμή ο Shayn στον Ζήνο, εντυπωσιάζοντάς τον με ακόμα ένα ανούσιο φληνάφημα. «Soul Kitchen» μας λέει και ο Akin, τινάζοντας από πάνω του την σκόνη της σοβαρότητας που τον καλύπτει,και καλώντας μας να κάνουμε απλά το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στον νου: να το διασκεδάσουμε. Τελικά, το «Soul Kitchen» είναι ακριβώς αυτό γύρω από το οποίο περιστρεφεται: ένα πιάτο. Ένα χορταστικό πιάτο σουρεαλισμού, κωμικοτραγικών καταστάσεων, εκπληκτικών χαρακτήρων και μαύρης, σλαπστικ κωμωδίας. Όλα τα συστατικά σε γενναίες δόσεις που χορταίνουν,και αφήνουν μια γλυκόπικρη επίγευση σε κάθε θεατή που απλώς θέλει να περάσει καλά.

Προβολή : Hugo

Μια ταινία που, αν και δεν έχει σχέση με τα Χριστούγεννα, είναι πολύ πιο επίκαιρη από πολλές άλλες. Το «Hugo» είναι ένα παραμύθι, μια περιπέτεια, ένα κουβάρι από χρώμα, φως και κινηματογραφική μαγεία, με την υπογραφή ενός μεγάλου σκηνοθέτη , που θα προβληθεί την Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου, στις 20:30, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Όπως πάντα, η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας καλεί να την απολαύσουμε μαζί!

Hugo

Τρίζοντας και αγκομαχώντας, η πανάρχαια μηχανή προβολής ρίχνει ένα τρεμουλιαστό, αχνοκίτρινο φως στο πανί. Το φιλμ είναι τόσο ευαίσθητο που με το παραμικρό θα κοπεί – ή θα πάρει φωτιά, μιας και το σελλυλόιντ είναι εξαιρετικά έφλεκτο και το πολυεστερικό φιλμ δεν είχε εφευρεθεί ακόμα. Ανάμεσα στις χαραγματιές, στην σκόνη και στα σημάδια του χρόνου, πέφτουν οι εναρκτήριοι τίτλοι: «Le Voyage Dans la Lune». Ταξίδι Στην Σελήνη. Από κάτω, ανάμεσα σε δύο αστέρια, η εταιρία παραγωγής, Star Films. Η ταινία είναι του 1902 – τα εκατόν δέκα χρόνια της ηλικίας της φαίνονται ξεκάθαρα. Στα μάτια μας, στα μάτια των θεατών των αρχών του 21ου αιώνα, φαίνεται αφελής, κακοφτιαγμένη, σχεδόν γελοία. Κι όμως. Είναι η πιο σημαντική ταινία που έχει φτιαχτεί ποτέ. Στους ώμους της σηκώνει άπειρες ώρες ταινιών, τεχνολογικά επιτεύγματα πέρα από κάθε φαντασία, τρανταχτά ονόματα που φιγουράρουν στα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου και στα poster κάθε παιδικού και μη δωματίου. Μια βιομηχανία ονείρων που μετρά δισεκατομμύρια δολλάρια, μια βιομηχανία ονείρων που έχει πλάσει τους χαρακτήρες όλων μας. Στεκόμαστε στους ώμους γιγάντων. Κι αυτό το δωδεκάλεπτο,κακοφτιαγμένο φιλμάκι των αρχών του προηγούμενου αιώνα είναι ο μεγαλύτερος γίγαντας. Δεν υπάρχει Κινηματογράφος χωρίς το «Ταξίδι στην Σελήνη». Δεν υπάρχει Κινηματογράφος χωρίς τον δημιουργό της, τον Georges Méliès.

Ο μικρός Hugo Cabret έμεινε ορφανός όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε σε ένα τραγικό ατύχημα. Ο άνθρωπος που τον φρόντισε, ο μέθυσος θείος Claude, πέθανε κι αυτός. Ολομόναχος πια, ο μικρός Hugo ζει στον σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιου, κουρδίζωντας το μεγάλο ρολόι που ενημερώνει τους χιλιάδες ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά εκεί, και προσπαθώντας να αποφύγει τον στριφνό αστυφύλακα Gustave και το ντόπερμαν του. Στο μικρό του δωματιάκι πίσω από το ρολόι, προσπαθεί να επισκευάσει το μόνο αντικείμενο που του έμεινε από τον πατέρα του, ένα μηχανοκίνητο ανθρωπάκι που κάθεται σιωπηλό με μια πένα στο χέρι. Ένα «αυτόματον», όπως το είχε πει ο πατέρας του κάποτε.
Η περιπέτειά του αρχίζει όταν προσπαθεί να βρει κάποια κομμάτια που του λείπουν από το μαγαζάκι ενός γέρου που πουλάει κουρδιστά παιχνίδια, και συλλαμβάνεται επ’αυτοφόρω. Ο γέρος του παίρνει το μικρό σημειωματάριο με τα σχέδια του αυτόματου, και ο Hugo πρέπει να το ξαναπάρει αν θέλει να συνεχίσει.

Η ιστορία του Hugo Cabret είναι κοινότυπη και αναμενόμενη: ορφανός ο πρωταγωνιστής (χρήσιμο «εργαλείο» που χρωματίζει αποτελεσματικά με μια λεπτή στρώση τραγικότητας), ο προαιώνιος εχθρός που του κάνει την ζωή δύσκολη, ο απο μηχανής θεός (στην περίπτωσή μας, η ανηψιά του γέρου), η αναζήτηση και το αναπόφευκτο happy end. Σε τελική ανάλυση όμως, η κοινοτυπία της ιστορίας δεν έχει μεγάλη σημασία. Εξάλλου, όλες οι ιστορίες έχουν ήδη ειπωθεί. Σημασία έχει ποιός διηγείται την ιστορία. Κι όταν αυτός δεν είναι άλλος από τον Martin Scorsese, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα απολαύσεις το τελικό αποτέλεσμα.
Ο πολυαγαπημένος Marti – γνωστός, μη εξαιρεταίος και δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις – δεν μας έχει συνηθίσει σε ταινίες που δεν σχετίζονται με την αγαπημένη του Νεα Υόρκη. Αν μη τι άλλο, θα νομίζαμε οτι είναι ο τελευταίος σκηνοθέτης που θα πατούσε το πόδι του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και μάλιστα στο Παρίσι. Κάνουμε λάθος όμως αν νομίζουμε ότι βρίσκεται έξω από τα νερά του. Δεν είναι ο τόπος που ωθεί την σκηνοθετική του ματιά, δεν είναι το περιβάλλον. Είναι η ιστορία του Hugo. Και, μάλιστα, μια συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας, που την καθορίζει από το πρώτο της λεπτό ως το τελευταίο: ο Πατέρας του Κινηματογράφου, ο ίδιος ο Georges Méliès. Στο «Hugo» ο Scorsese αποτίει έναν φόρο τιμής σε αυτόν που καθόρισε την μοίρα όχι μόνο του ίδιου, αλλά και κάθε σκηνοθέτη, σεναριογράφου και ηθοποιού, όλους όσους προηγήθηκαν και όλους όσους θα ακολουθήσουν. Το είπαμε και πριν, δεν υπάρχει Κινηματογράφος χωρίς τον Georges Méliès, και ο Scorsese το αναγνωρίζει με ευλάβεια και σεβασμό. Μπορεί οι τεχνικές και οι ματιές να έχουν αλλάξει, αλλά δεν είναι οτι ο Méliès ήταν ο καλύτερος – που δεν ήταν. Είναι ότι είναι ο πρώτος.
Άλλο ένα σημείο στο οποίο μας εκπλήσσει ευχάριστα ο Scorsese, είναι το τεχνικό κομμάτι της ταινίας. Από τις βρώμικες και καπνισμένες φτωχογειτονιές της Little Italy, στο λαμπερό,απαστράπτον και παραμυθένιο Παρίσι των αρχών του αιώνα, από το αχνό και ματ πλάνο του φιλμ στο πολύχρωμο και θεαματικό 3D – είναι μια μετάβαση που λίγοι περίμεναν και ακόμη λιγότεροι κατάλαβαν. Πολλοί κατέκριναν τον Scorsese για την επιλογή του αυτή, με κατηγορίες που έφτασαν ακόμη και στα ύψη του «ξεπουλήματος» (αλλος ένας μεγάλος σκηνοθέτης που έπεσε στον βωμό της βιομηχανίας του θεάματος). Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είχε ευκαιρίες επιλογής: η κινηματογράφηση είναι ένα εξαιρετικά ασαφές θέμα και ένας σκηνοθέτης της εμβέλειας του Scorsese θα μπορούσε να κάνει θαύματα ακόμη και με κάμερα κινητού τηλεφώνου. Το «Hugo» προσφέρεται για clay motion ή ακόμη και για stop motion και, αν και η επιλογή δεν θα ήταν λιγότερο αμφιλεγόμενη, θα ήταν πιο αναμενόμενη. Γιατί 3D λοιπόν; Την απάντηση μας την δίνει ο ίδιος : γιατί του αρέσει! Ο Scorsese είναι ένας από τους λίγους σκηνοθέτες που μπορούν, στην κυριολεξία, να κάνουν ότι θέλουν, και κανείς δεν μπορεί να πει κουβέντα γιαυτό.
Μπροστά από τις κάμερες, μια πλειάδα ηθοποιών προσφέρουν ταλέντο και διασκεδάζουν αφάνταστα ερμηνεύοντας ρόλους τόσο πολύχρωμους όσο και το περιβάλλον στο οποίο δρουν. Πρώτος και καλύτερος ο αγαπημένος – ό,τι και να κάνει – Ben Kingsley, στο ρόλο του Georges Méliès. Ένας, στην ουσία, τραγικός χαρακτήρας, όπως ακριβώς και ο πραγματικός Méliès, κουβαλάει στο πρόσωπό του το παρελθόν της δόξας, τον ξεπεσμό και την περιθωριοποίηση που ακολούθησε, την τελική αναγνώριση. Πάνω απ’όλα το πάθος του δημιουργού, του μοναχικού ανάμεσα στο πλήθος καλλιτέχνη, που έχει αφιερώσει όλη του την ζωή στην μεγάλη του αγάπη: στην αφήγηση.
Τον Asa Butterfield τον γνωρίσαμε στο «The Boy With The Striped Pajamas», και στο Hugo πιάνει την ευκαιρία που του δίνεται από τα μαλλιά. Ο Hugo Cabret προβάλλει σαν alter ego του μεγάλου δημιουργού που έχει χάσει την αίγλη του, το παιδί που πάντα ήταν ο Méliès και τώρα πιά δεν είναι. Είναι τόσο στενή η σχέση των δύο: ο Hugo δεν υπάρχει χωρίς τον Méliès και ο Méliès δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον Hugo.
Από κει και πέρα, ο θίασος του ensemble συνεχίζεται με τον Sacha Baron Cohen που, όσο άχρωμος και άγευστος να είναι σε άλλες ταινίες, εδώ χτυπάει κέντρο στον ρόλο του φαινομενικά σκληρού και άκαρδου, αλλά κατά βάθος ρομαντικού, επιθεωρητή Gustave. Δίπλα στον Hugo, το τρελό πιτσιρίκι του (αγαπημένου) «Kick Ass», Chloë Grace Moretz, μεγάλη κοπέλα πια, πιο όμορφη από ποτέ, κρατάει τον ρόλο της Isabelle με ευκολία. Τέλος, όσο σύντομα και να είναι τα περάσματά του, όσο μικρός και να είναι ο ρόλος του, πάντα χαιρόμαστε να βλέπουμε τον αγαπημένο Christopher Lee στην μεγάλη οθόνη – θα τον ξαναδούμε, παρά τα ενενήντα του(!) χρόνια, στο μεγαλεπήβολο «Hobbit», κι ευχόμαστε να τον βλέπουμε συνέχεια για άλλα τόσα χρόνια!

Τελικά, τι είναι το «Hugo»; Ένα παραμύθι, μια περιπέτεια, μια ελεγεία, ένας φόρος τιμής. Δεν έχει σχέση με τα Χριστούγεννα, αλλά ταιριάζει περισσότερο από άλλες που έχουν. Χρώμα, φως, απόλαυση, περιπέτεια, δύο μεστές ώρες κινηματογραφικής μαγείας που τόσο μας λείπουν στην σημερινή εποχή.

Προβολή : Joyeux Noel – Καλά Χριστούγεννα

Μέσα στο πνεύμα των ημερών και στο κλίμα που θα ακολουθήσει σε λίγες ημέρες, η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας προσκαλεί να μάθετε για μια ιστορία, λίγο ως πολύ άγνωστη σε πολλούς. Σας καλεί να μάθετε για ένα μικρό θαύμα που έγινε πριν από περίπου έναν αιώνα, όταν μερικοί άνθρωποι αποφάσισαν να φερθούν, έστω και για λίγο, σαν άνθρωποι. Την Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου, στις 20:30, παρουσιάζουμε το «Joyeux Noel» του Christian Carion. «Καλά Χριστούγεννα» άρχισαν να εύχονται οι στρατιώτες στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, «Καλά Χριστούγεννα» ευχόμαστε κι εμείς, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Σας περιμένουμε!

Joyeux Noël

Το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου του 1914, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μετράει ήδη πέντε μήνες «ζωής», χιλιάδες νεκρούς εκατέρωθεν και το Μέτωπο της Γαλλίας να έχει ακινητοποιηθεί πλήρως, με τα αντίπαλα στρατόπεδα να βρίσκονται μόλις μερικά μέτρα το ένα από το άλλο και ανήμπορα να κάνουν έστω ένα βήμα μπρος ή πίσω. Στα μετόπισθεν, η προπαγάνδα καλά κρατεί (οι Άγγλοι παρουσιάζουν τους «Ούννους» αντιπάλους σαν, κυριολεκτικά, ανθρωποφάγα τέρατα ενώ οι Γερμανοί αποκαλύπτουν τα, φανταστικά ή μη, εγκλήματα των Βρετανών στο ιμπεριαλιστικό μέτωπο) και τα Γενικά Επιτελεία διεξάγουν τον δικό τους πόλεμο, μετακινόντας λόχους και ταξιαρχίες στους χάρτες τους και δίνοντας εντολές σε στρατιώτες οι οποίοι, παρά τις προτροπές – ή και τις απειλές – για υψηλό φρόνημα, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προσπαθούν να γλιτώσουν από τα κρυοπαγήματα. Σ’αυτό το χαοτικό κλίμα αβεβαιότητας, συμβαίνει το, για πολλούς, αναπόφευκτο. Η στρατιωτική πειθαρχία πάει περίπατο, η στεντόρεια φωνή των λοχαγών μετατρέπεται σε ψίθυρο που χάνεται στον παγωμένο αέρα και ο κάθε στρατιώτης μετατρέπεται σε αυτό που πάντα ήταν πριν τον πόλεμο: σε έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο.
Όταν νυχτώνει η 24η Δεκεμβρίου, από τα γερμανικά χαρακώματα αρχίζει να υψώνεται μια μελωδία, ένα βραχνό τραγούδι που, προς μεγάλη έκπληξη των Άγγλων στρατιωτών απέναντι, είναι γνώριμο. «Stille Nacht, heilige Nacht…» τραγουδούν οι Γερμανοί, και οι Άγγλοι, αν και δεν καταλαβαίνουν τα λόγια, αυθόρμητα, τους συνοδεύουν στην δική τους γλώσσα: «Silent night, holy night…». Ξάφνου, ένας Γερμανός κάνει την εμφάνισή του πίσω από τα χαρακώματα. Αν και οι εντολές είναι σαφείς («Πυροβολήστε τον εχθρό όταν τον δείτε»), κανείς δεν πυροβολεί. Ο Γερμανός δεν κρατάει τουφέκι. Κρατάει ένα κλαδί πεύκου, στολισμένο με μικρά κεριά. Ένα Χριστουγεννιάτικο Δέντρο.

Την ιστορική, πια, Ανακωχή των Χριστουγέννων, πραγματεύεται η ταινία, έτσι όπως την έζησαν έξι κύριοι χαρακτήρες: ο Gordon, Υπολοχαγός του Τάγματος των Σκωτσέζων Τυφεκιοφόρων, ο Audebert, Υπολοχαγός Πεζικού του Γαλλικού Στρατού και ο Horstmayer, τρίτος Υπολοχαγός της ιστορίας μας, του Γερμανικού Στρατού αυτός. Μαζί τους, ο ιερέας Palmer, που βρίσκεται στο μέτωπο σαν τραυματιοφορέας και ένα ζευγάρι τενόρων, αστέρων της όπερας, ο Γερμανός Nikolaus Sprink και η Δανέζα γυναίκα του Anna Sorensen. Μέσα στην τρέλα και τον παραλογισμό του πολέμου, και οι έξι θα έχουν μια εμπειρία που θα περάσει στην Ιστορία σαν μικρό θαύμα: την ανακωχή που αποφάσισαν οι δύο στρατοί για τις ημέρες των Χριστουγέννων, αντίθετα από τις εντολές των Στρατηγών τους και τις λιγοστές στιγμές ειρήνης που το Πνεύμα των Χριστουγέννων κατάφερε να φέρει εν μέσω ενός πολέμου ο οποίος ήταν αναπόφευκτος.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν τυγχάνει της προσοχής που απολαμβάνει ο απόγονός του, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι λόγοι είναι πολλοί. Τα γεγονότα του δεν έχουν καταγραφεί οπτικά – υπάρχουν ελάχιστα φιλμς της εποχής και, σχεδόν όλα ανήκουν σε προπαγανδιστικό υλικό – , οι αυτόπτες μάρτυρες είναι σχεδόν όλοι νεκροί και βασιζόμαστε στα γράμματά τους, στους απόγονούς τους, ή στις ελάχιστες φορές που οι μαρτυρίες τους καταγράφηκαν σε φιλμ δεκαετίες μετά.
Ένας ακόμα λόγος είναι η έκτασή του. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, στην ουσία, ποτέ δεν ήταν «Παγκόσμιος». Ήταν, ως επί το πλείστον, Ευρωπαϊκός, με την Βρετανική Αυτοκρατορία, την Γαλλία και την Ρωσία από την μια πλευρά, και την Γερμανία, την Αυστρο-Ουγγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την άλλη. Ο λόγος που χαρακτηρίστηκε «Παγκόσμιος» ήταν οι δύο μεγάλες αυτοκρατορίες που ενεπλάκησαν, η Βρετανική και η Οθωμανική. Αναμενόμενα, κουβάλησαν και τους υποτελείς τους, στρατιώτες από την Αυστραλία, τον Καναδά, και την Ανατολική Ροδεσία οι μεν, από την Μέση Ανατολή και την Σαουδική Αραβία οι δε.
Όλα αυτά δεν εμπόδισαν τον Κινηματογράφο να ασχοληθεί μαζί του. Από το «Gallipoli» του 1981, με έναν αμούστακο, τότε, Mel Gibson, μέχρι το ολόφρεσκο «War Horse» του Stephen Spielberg, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος διεκδικεί τον δικό του μερτικό στο σελλυλόιντ. Το «Joyeux Noel» είναι η προσφορά του Christian Carion στην θεματική. Ο Γάλλος σεναριογράφος και σκηνοθέτης δεν έχει το πλούσιο βιογραφικό ενός Spielberg ή ενός Weir, αλλά τα καταφέρνει μια χαρά στο να μεταδώσει το πραγματικό μήνυμα, τόσο της ταινίας, όσο και του πραγματικού γεγονότος από το οποίο εμπνεύστηκε: την σπίθα της λογικής και της ανθρωπιάς εν μέσω του παραλογισμού ενός πολέμου. Κάποιοι μελοδραματισμοί δεν αποφεύγονται – εξάλλου η ιστορία προσφέρεται για κάτι τέτοιο – αλλά, σαν θεατές, αποζημιωνόμαστε στο έπακρο από το σφιχτό καδράρισμα, τις θαυμάσιες εικόνες και την ανάπτυξη των χαρακτήρων.
Στην πρωταγωνιστική ομάδα, έχουμε να κάνουμε με ένα ensemble cast στο οποίο κανείς δεν διεκδικεί τον πρώτο ρόλο. Ο Benno Fürmann έχει τον ρόλο του τενόρου Nikolaus Sprink, o Guillaume Canet του «Vidocq» υποδύεται τον Υπολοχαγό Auderet, ενώ ο διεθνής Daniel Bruhl είναι ο Γερμανός Horstmayer. Το βλέμμα τραβάει η «παλιά καραβάνα» Gary Lewis στον ρόλο του πάτερ Palmer, ενώ μοναδική ερμηνευτική παρασπονδία της ταινίας είναι η άχρωμη και ανάλατη Diane Kruger, η οποία φαίνεται ότι τα καταφέρνει πολύ καλύτερα έναν…πόλεμο παραπέρα («Inglorious Basterds»).

Η Ανακωχή των Χριστουγέννων είναι ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα στην διάρκεια των πρώτων μηνών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν μια σειρά από ανακωχές οι οποίες αποφασίστηκαν αυθόρμητα σε πολλά σημεία του Γαλλικού Μετώπου, από την νύχτα της Παραμονής των Χριστουγέννων εως και δεκαπέντε μέρες μετά. Ήταν μια κίνηση με περισσότερο συμβολική σημασία: έδειξε την ανθρώπινη πλευρά των στρατιωτών, οι οποίοι, άθελά τους, μπλέχτηκαν σε μια αιματηρή σύγκρουση χωρίς φανερό λόγο, χωρίς φανερό σκοπό και χωρίς σαφή ιδεολογία. Κινήσεις για παρόμοιες ανακωχές έγιναν και τον επόμενο χρόνο, χωρίς όμως την ίδια θέρμη και τον ίδιο ενθουσιασμό. Και μετά ήρθε 1916, το μακελειό του Βερντεν και το αιματοκύλισμα του Σωμ,και κάθε ιδέα για τέτοιου είδους μυνήματα είχε απο καιρό εξαφανιστεί. Το αποτέλεσμα όμως έμεινε στην Ιστορία ως μια από τις ελάχιστες φωτεινές στιγμές μέσα στο κατάμαυρο των πρώτων δεκαετιών του αιώνα.
Σήμερα,μαθαίνουμε για τις στιγμές αυτές μέσα από τον Κινηματογράφο. Μέσα από ταινίες σαν το «Joyeux Noel» το μήνυμα εκείνης της νύχτας αντηχεί ως τις μέρες μας: ακόμα και τώρα, ακόμα και για τους αθεράπευτα πραγματιστές, ακόμα και μέσα από την εμπρευματοποίηση του σύγχρονου κόσμου, κάτι μπορεί να συμβεί το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί «θαύμα».

Προβολή : Σιωπηλός Γάμος – Nunta Muta

«Χωρίς γλέντι γάμος δεν γίνεται». Όσο κι αν είναι οι απαγορεύσεις, όσα κι αν είναι τα εμπόδια, ο γάμος θα γίνει. Το γλέντι θα ανάψει, ο χορός θα συνεχιστεί, το τραγούδι δεν θα σταματήσει. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας περιμένει σ’αυτό το γλέντι, την Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου, στις 20:30, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

Nunta Muta

«Χωρίς γλέντι, γάμος δεν γίνεται». Είναι γνωστή η ελληνική αυτή παροιμία και, απ’ότι φαίνεται, περιγράφει ένα από τα τυπικότερα «προσόντα», όχι μόνο των ελλήνων, αλλά γενικότερα των βαλκανικών λαών. Το γλέντι, η φασαρία, το τραγούδι. Πρακτικές που συνοδεύουν κάθε πέρασμα από την μια φάση της ζωής στην άλλη: γλέντι στην γέννηση, γλέντι στην βάφτιση, στον γάμο και, πολλές φορές, στον θάνατο. Σ’αυτή την χοάνη λαών, πολιτισμών και εθίμων που ονομάζεται «Βαλκάνια», για όσα μας κάνουν διαφορετικούς τον έναν από τον άλλον, υπάρχουν άλλα τόσα που μας κάνουν ίδιους. Είναι αναμενόμενο και φυσικό – ζούμε μαζί εδώ και αιώνες, ο ένας δίπλα στον άλλον, πολεμήσαμε και πεθάναμε μαζί, πότε ο ένας ενάντια στον άλλον, πότε ενάντια σε κοινούς εχθρούς και θα ήταν αφελές να ισχυριστούμε ότι διατηρήσαμε ατόφιες τις κληρονομιές μας χωρίς να αλληλοεπηρεαστούμε. Δεν είναι τυχαία η δυναμική, η λάμψη και η ένταση της φράσης «Εδώ είναι Βαλκάνια». Ακροβατώντας μεταξύ Δύσης και Ανατολής, ένα συνοθύλευμα λαών και εθνοτήτων χωρίς αρχή, μέση και τέλος, πορεύεται ζώντας αποκλειστικά στο παρόν, με ένα ασαφές παρελθόν και ένα ακόμα πιο ασαφές μέλλον. Εδώ είναι Βαλκάνια, λοιπόν. Ούτε Ανατολή, ούτε Δύση. Ας γλεντήσουμε, ό,τι και να γίνει.

Ρουμανία, 1953. Σε ένα ξεχασμένο από θεούς και ανθρώπους χωριό, ετοιμάζεται γάμος. O Iancu ετοιμάζεται να παντρευτεί την Mara και το χωριό βρίσκεται επί ποδός. Τα καζάνια παίρνουν φωτιά, οι κοφίνες με κάθε λογής προϊόντα γεμίζουν, αδειάζουν και ξαναγεμίζουν, το αίμα των σφαχτών ρέει άφθονο, μαζί με το κρασί που προβλέπεται να καταναλωθεί σε απίστευτες ποσότητες. Οι κάτοικοι είναι λίγοι, μα το γλεντι θα είναι μεγάλο. Η ώρα φτάνει. Οι τσιγγάνοι οργανοπαίχτες βάζουν όλη τους την τέχνη ξέροντας ότι η μέρα θα είναι μεγάλη, η πομπή ξεκινάει από την εκκλησία, με τελικό προορισμό το σπίτι των νεόνυμφων. Χορός, τραγούδι, γλέντι. Υπολόγισαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο ή, μάλλον, χωρίς τον…Πατερούλη.
Εκεί που το γλέντι έχει πάρει μπρος για τα καλά, εμφανίζεται ο τοπικός κομματάρχης, συνοδεύοντας έναν αξιωματικό του Κόκκινου Στρατού. Η ενημέρωση είναι ολιγόλογη και σαφής: ο Πατέρας του Έθνους, Γίόσεφ Βισαριόνοβιτς Στάλιν, πέθανε, και έχουν κηρυχθεί εφτά ημέρες εθνικού πένθους. Οι εντολές του κόμματος είναι ακόμα πιο σαφείς: απαγορεύονται κάθε είδους εκδηλώσεις χαράς. Γάμοι, αθλητικά γεγονότα, γλέντια…κομμένα μαχαίρι. Ο Ρουμανικός λαός έχει υποχρέωση να λυπηθεί, να πενθήσει και να δείξει την θλίψη του για τον θάνατο του μεγάλου Ηγέτη που προσέφερε τόσα πολλά στους λαούς. Κάθε παρέκβαση θεωρείται προδοσία…με τις ανάλογες συνέπειες.
Γάμος χωρίς γλέντι, όμως, δεν γίνεται, και οι κάτοικοι του χωριού δεν πρόκειται να αφήσουν την μεγάλη μέρα να πάει χαμένη. Ο γάμος θα γίνει, το γλέντι θα συνεχιστεί. Μόνο που θα γίνει στα μουγκά.

Τυπικό βαλκανικό χιούμορ απ’άκρη σ’άκρη σε αυτή την ταινία – τοιχογραφία της βαλκανικής σπίθας και ψυχής. Οι Monty Python συναντούν τον Emir Kusturica στο «Nunta Muta» και ο Horaţiu Mălăele υπηρετεί επάξια το Νέο Κύμα του Ρουμάνικου Κινηματογράφου. Κάθε συστατικό της συνταγής υπάρχει εδώ σε σωστές ποσότητες: μινιμαλισμός, αμεσότητα, μια πινελιά σουρεαλισμού και άφθονες δόσεις μαύρου, βαλκανικού χιούμορ. Πρόκειται για μια ταινία δική μας, κοντά μας, οικεία. Καταλαβαίνουμε και κατανοούμε τα μυνήματα αυτής της μαύρης κωμωδίας. Αν και η Ελλάδα ποτέ δεν έζησε κομμουνιστικό καθεστώς, μπορούμε άνετα να βυθιστούμε στην νοοτροπία ενός λαού που πάσχει υπό το βάρος μιας ιδεολογίας συχνά αλλοπρόσαλλης και εκτός πραγματικότητας. Βλέποντας μια ταινία σαν τον «Σιωπηλό Γάμο» βλέπουμε μια άποψη του εαυτού μας, κι αυτό αρέσει. Αρέσει όσο πονάει.
Μπροστά στον φακό, ένας χείμαρρος από μοναδικά σχεδιασμένους χαρακτήρες παρελαύνει. Ο μέθυσος πατέρας της νύφης, ο άσπονδος φίλος και συμπέθερος, ο αρχηγός του τοπικού κομμουνιστικού κόμματος – με τα…τέσσερα όλα κι όλα μέλη του – , ο νάνος κολλητός του γαμπρου που, το ανάστημα που του λείπει το συμπληρώνει με το παραπάνω σε θράσος και τσαγανό. Η πόρνη του χωριού, ο παπάς και, φυσικά, το νεόνυμφο ζευγάρι, που δεν χάνει την ευκαιρία να ξεμοναχιαστεί στα σταροχώραφα και τους σταύλους. ‘Ενα μωσαικό της ρουμανικής επαρχίας, πολύχρωμο και ευχάριστο, που σπάει την κατάθλιψη και το γκρίζο της εποχής και του περιβάλλοντος. Μας χαρίζει χαμόγελα. Μπορεί να είναι λίγο πικρόχωλα, αλλά τουλάχιστον τα χαρίζει σε αφθονία.
Δεν χρειάζεται και κάτι ιδιαίτερο. Ούτε χρειάζεται το ταλέντο μιας ιδιοφυίας. Το «Nunta Muta» πορεύεται με ειλικρίνεια και σεβασμό, χιούμορ και θλίψη, άσπρο και μαύρο,μουσική και σιωπή. Αυτό που έχει σημασία είναι η ψυχή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, παρά τις απαγορεύσεις, παρά τα εμπόδια, το χέρι θα χτυπήσει στο τραπέζι και η στεντόρια, βαλκανική φωνή θα αναφωνίσει ως τα ουράνια: «Γίνεται γάμος, που να πάρει!». Και ο γάμος θα γίνει, ο κόσμος να χαλάσει.