The Boy In The Striped Pyjamas

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αθωότητα και την αφέλεια είναι πολύ λεπτή και ασαφής.
Λίγες μέρες πριν την επίσημη λήξη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου – η Γερμανία υπέγραψε την άνευ όρων παράδοσή της στις  8 Μαΐου 1945 – , τα πρώτα κλιμάκια των Αμερικανών Πεζοναυτών που πρωτοαντίκρυσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με μια εικόνα θανάτου που δεν τη χωράει ο νους. Η αντίδρασή τους ίσως να ήταν κατακριταία με τα σημερινά δεδομένα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: ανάγκασαν πολλούς από τους Γερμανούς κατοίκους των κοντινών πόλεων (ιδιαίτερα όσους κατείχαν διοικητικές θέσεις) να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με τους σωρούς των πτωμάτων και τις στάχτες των κρεματορίων, και στην συνέχεια να αναλάβουν το «καθάρισμα», σε μεγάλους ομαδικούς τάφους που έσκαψαν οι ίδιοι.Για πολλούς από τους κατοίκους αυτούς, η αλήθεια ήταν κάτι που όντως αγνοούσαν. Πολλοί δεν άντεξαν – ένα από τα συγκλονιστικότερα φιλμ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προβλήθηκε στην δίκη της Νυρεμβέργης σαν αποδεικτικό στοιχείο, δείχνει τους πολίτες αυτούς να μεταφέρονται έξω από το στρατόπεδο του Νταχάου σε κατάσταση σόκ, λιπόθυμοι ή στα όρια της υστερίας.
Γιαυτούς τους ανθρώπους, τι θα μπορούσε να αποτελεί άλλοθι; Σίγουρα όχι αθωότητα, όχι για ανθρώπους που υποτίθεται ότι έχουν την ωριμότητα να αναλάβουν το βάρος της ευθύνης τους. Αφέλεια μήπως; Ίσως, αν και για άτομα σκεπτόμενα και με πολιτική συνείδηση, τα πρώτα σημάδια για το τι θα συνέβαινε ήταν φανερά ήδη από τις πρώτες ώρες της ανόδου των Ναζιστών στην εξουσία. Όχι. Γιαυτούς δεν υπάρχει άλλοθι. Αν δεν ήξεραν τι συνέβαινε, έπρεπε να ξέρουν.
Η κατάσταση αλλάζει όταν στο επίκεντρο του ερωτήματος βρίσκεται ένα παιδί. Για ένα παιδί η αθωότητα αποτελεί ψυχολογικό status quo, και η αφέλεια δεν είναι μόνο στοιχείο της καθημερινότητας, αλλά τρόπος ζωής.Πως ένα παιδί αντιμετωπίζει την φρίκη του πολέμου; Πως του εξηγείς το Νταχάου, το Άουσβιτς, την Νύχτα των Κρυστάλλων, τους Ναζί και τον διεστραμμένο τρόπο σκέψης τους; Και κάτι ακόμη πιο δύσκολο, ίσως αδύνατο: πως τα εξηγείς όλα αυτά, όταν είναι παιδί Γερμανών, και μάλιστα παιδί ενός από τους άμεσα υπεύθυνους; Ενός Ναζί αξιωματικού;

Ο μικρός Μπρούνο είναι ένα τέτοιο παιδί. Ο πατέρας του είναι αξιωματικός των SS, Λοχαγός στον βαθμό και είδωλο για τον οχτάχρονο γιό του. Η ζωή τους στο Βερολίνο είναι άνετη: ζουν μια καλή ζωή, ο Μπρούνο με τους σχολικούς του φίλους, οι γονείς του μακριά από τα μέτωπα του πολέμου που έχει ήδη ξεσπάσει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τα πράγματα για τον Μπρούνο αρχίζουν να χαλάνε όταν ο πατέρας του προβιβάζεται σε Ταγματάρχη και τοποθετείται ως Διοικητής σε ένα «στρατόπεδο εργασίας» στην εξοχή (δεν κατονομάζεται, αλλά αφήνεται να εννοηθεί πως είναι το Άουσβιτς). Μοιραία, το μικρό αγόρι έρχεται αντιμέτωπο με τον αποχωρισμό με τους φίλους του, με την πλήξη, με την νοσταλγία της, μικρής και ανέμελης μέχρι τότε, καθημερινότητας στην μεγάλη πόλη. Διέξοδός του αποδεικνύεται το κοντινό δάσος, ευκαιρία για ατέλειωτες περιπλανήσεις και εξερευνήσεις. Και σε μια από αυτές βλέπει για πρώτη φορά το στρατόπεδο που διοικεί ο πατέρας του. Πίσω από τον ηλεκτροφόρο φράκτη του, ένα παιδάκι στην ηλικία του κάθεται στο χώμα, με το κεφάλι σκυφτό.

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ιρλανδού John Boyne, μια από τις δυνατότερες πένες των τελευταίων είκοσι ετών. Μοιραία, η κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου απογυμνώνει το πρωτότυπο από την όποια πολυπλοκότητα και τις λεπτές νοηματικές στρώσεις του και το βιβλίο «The Boy In The Striped Pyjamas» δεν αποτελεί εξαίρεση. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους – λ.χ διάρκεια – αλλά και για λόγους σημειολογικούς: εν τέλει, η κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου δεν αποτελεί αντιγραφή αλλά απόδοση, η προσωπική ματιά και άποψη ενός σεναριογράφου ή σκηνοθέτη πάνω στο πρωτότυπο υλικό. Από την στιγμή που οι σελίδες περνάνε στο πανί, η ιστορία αποτελεί ευθύνη του όποιου κάνει την μεταφορά.
Στον τομέα αυτό, ο Mark Herman τα καταφέρνει. Παρά το σχετικά μικρό παλμαρέ του, βρίσκεται πίσω από τις κάμερες από το 1987, και η εμπειρία δεν του λείπει. Στο «Αγόρι Με Τις Ριγέ Πυτζάμες» σκηνοθετεί απλά και λιτά, χωρίς να καταφεύγει σε προσωπικούς ελιγμούς. Επίκεντρό του δεν είναι ούτε ο πόλεμος, ούτε η φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Είναι το παιδί, ο Μπρούνο, η φιλία του με το μικρό αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα, η ωρίμανσή του αλλά και οι συγκρούσεις του με τον ίδιο του τον εαυτό και με τον κόσμο στον οποίον έμαθε να ζει. Εκεί σημαδεύει ο φακός και εκεί οδηγείται το βλέμμα μας. Μια μικρή ιστορία ανάμεσα σε μεγαλύτερες, η οποία, όταν έρχεται στο προσκήνιο, μας οδηγεί σε μαθήματα πολύ μεγαλύτερα απ’οτι θα περιμέναμε.
Ο μικρός Asa Butterfield δεν είχε κάνει ακόμα την μεγάλη αίσθηση με το «Hugo«. Η ερμηνεία του εδώ ίσως αποτελεί εξήγηση για το ότι του έδειξε εμπιστοσύνη ένας μεγάλος σκηνοθέτης σαν τον Μάρτιν Σκορσέζε. Ταλαντούχος σε έναν ρόλο που δεν είναι τόσο εύκολος όσο μπορεί να φαίνεται, ο μικρός Asa δίνει το απαιτούμενο βάρος και ουσία στον ρόλο του Μπρούνο. Δεν μιλάμε για αποκάλυψη ή για παιδί-θαύμα αλλά μιλάμε για έναν μικρό ηθοποιό που, αντίθετα από άλλους, δείχνει τον απαιτούμενο επαγγελματισμό. Μιλάμε για έναν πιτσιρικά ο οποίος θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.
Αντίθετα, ο David Thewlis είναι ένας ηθοποιός που μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε «μπαρουτοκαπνισμένο» στα πεδία των μαχών της Έβδομης Τέχνης. Κάνει την πρώτη αίσθηση στις Καννες, το 1993, κερδίζοντας το βραβείο ρόλου για το «Naked», κι από τότε έχει συγκεντρώσει αρκετά «μετάλλια» (από Stephen Spielberg μέχρι Ridley Scott). Στον ρόλο του πατέρα του Μπρούνο έχει την απαραίτητη δύναμη που χρειάζεται ο χαρακτήρας του. Ο αξιωματικός των SS δεν είναι, εν τέλει, ένας κακός άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος μπερδεμένος, με σκέψη διαστρεβλομένη από τις καταστάσεις. Δεν είναι θύμα αλλά ούτε και τέρας. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει και να προστατέψει την οικογένειά του, αλλά το κάνει με τον λάθος τρόπο.
Το ίδιο έμπειρη είναι και η Vera Farmiga η οποία έπρεπε να περιμένει ως το 2009 για να δει το όνομά της στα Όσκαρ – δυστυχώς, η ερμηνεία της στο «Up In The Air» εκτιμήθηκε λιγότερο από την politically correct παρουσία της Mo’nique στο «Precious». Εδω, η ερμηνεία της αρέσει σαν αντίβαρο στον παραλογισμό του πολέμου. Μοιάζει να είναι η μόνη που έχει την δύναμη να αντιδράσει στην φρικαλεότητα την οποία δείχνει να υπηρετεί ο άντρας της και δεν το κάνει για λόγους ιδεολογικούς αλλά για καθαρά προσωπικούς: θέλει να προστατέψει την οικογένειά της. Διορατικός και δυνατός ρόλος, η Ουκρανικής καταγωγής ταλαντούχα ηθοποιός τον σηκώνει με ατσαλένια δύναμη χωρίς να τραβάει το βλέμμα μας από την ουσία της ιστορίας.

Το βιβλίο κατακρίθηκε από πολλούς, και κατηγορήθηκε ότι προσπαθεί να απαλύνει λίγο την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, δίνοντας το αλλοθι της άγνοιας στους Γερμανούς πολίτες. Πρόκειται καθαρά για λάθος ερμηνεία από μέρους των επικριτών. Το μύνημα του βιβλίου είναι ξεκάθαρο και σαφές για όσους έχουν την απαραίτητη ουδετερότητα να δούν το θέμα του με ανοιχτό μυαλό. Ένας εύστοχος και καυστικός, ίσως, παραλληλισμός: οι Γερμανοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν όντως σαν μικρά παιδιά. Αφελείς, αθώοι, χωρίς να έχουν ιδέα τι τους γίνεται, εν τέλει εύκολα θύματα εντυπωσιασμού. Αυτό ήταν ίσως το μόνο σημείο ενοχής τους: η εμπειρίες των προηγούμενων ετών έπρεπε να τους έχουν ωριμάσει. Δεν το έκαναν, και εκατομμύρια άνθρωποι πλήρωσαν το λάθος τους. Εμείς, οι επόμενες γενιές, ας προσέξουμε να μην κάνουμε το ίδιο λάθος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: