Le Couperet

«Η σάτιρα είναι ένα μάθημα. Η παρωδία είναι ένα παιχνίδι.» Αυτή η φράση του Vladimir Nabokov συνοψίζει περίτεχνα τον ορισμό της σάτιρας, ίσως του αρχαιότερου εργαλείου κοινωνικής κριτικής. Η σάτιρα είναι αιχμηρή, κοφτερή, χτυπάει ακριβώς στην καρδιά του προβλήματος, και γιαυτό συχνά πονάει. Η σάτιρα δεν μπορεί να είναι πολιτικά ορθή – μας πιάνει από το αυτί και μας βάζει μπροστά στον καθρέφτη, παίρνει το δάχτυλό μας και μας σπρώχνει να ψηλαφίσουμε τις ίδιες μας τις πληγές. Ούτε η αυτοκριτική ούτε η αυτοανάγνωση μας αρέσει. Γιαυτό η σάτιρα έχει χτυπηθεί ανελέητα. Και ό,τι αποτελεί στόχο για ένα πολιτικά ορθό σύστημα, επιβιώνει σε πείσμα του. Η σάτιρα μας ωριμάζει, σαν είδος, σαν πολιτισμό, σαν κοινωνία. Είναι αναντικατάστατη γιαυτό ακριβώς τον λόγο.

Υπό το πρίσμα της αιχμηρής κοινωνικής σάτιρας, παρακολουθούμε την ιστορία του Bruno Davert, ενός τριανταεννιάχρονου οικογενειάρχη με μια αξιοπρεπή ζωή και μια σεβαστή θέση ως χημικός σε μια εταιρία χαρτιού. Η εταιρία του συγχωνεύεται με μια ανταγωνιστική της, και σαν αποτέλεσμα των αναπόφευκτων περικοπών, ο Bruno απολύεται. Ο ανταγωνισμός για μια καινούρια θέση σε μια ανάλογη εταιρία είναι τεράστιος, ανελέητος, και οι ανταγωνιστές που εφοδιασμένοι με περισσότερα προσόντα. Καθώς οι μήνες ανεργίας περνούν και γίνονται χρόνια, καθώς η μεσοαστική, σχετικά άνετη ζωή του αρχίζει να καταρρέει, βλέπει όλο και πιο καθαρά ότι η πιο παράλογη σκέψη που περνά από το μυαλό του είναι ίσως η πιο λογική λύση: να εξαλείψει τον ανταγωνισμό, έναν προς έναν υποψήφιο. Ένα τρελό παιχνίδι ισορροπιών αρχίζει, από το οποίο θα βγει νικητής μόνο αν παίξει ως το τέλος.

Κώστας Γαβράς πίσω από την κάμερα και η κοφτερή σαν νυστέρι, πολιτική ματιά του είναι ολοφάνερη από το πρώτο πλάνο ως το τελευταίο. Το «Le Couperet» δεν έχει την αμεσότητα του «Ζ» ή του «État de siège«. Δεν είναι πολιτικό θρίλερ αλλά, στο βάθος της, πολιτική σάτιρα. Η καθημερινότητα της ιστορίας του Bruno είναι το πρόσχημα και το κάλυμμα – η κριτική και τα μηνύματα στοχεύουν σε μεγαλύτερα θέματα: ανεργία, ελεύθερες οικονομίες, καπιταλισμός. Με αυτή την έννοια, ο Γαβράς βρίσκεται στο στοιχείο του και παίζει με τους δικούς του όρους. Ο Bruno Davert, τα παθήματά του και οι αντιδράσεις του δεν είναι η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Είναι τα προβλήματα και τα παθήματα μιας ολόκληρης κοινωνίας και του Δυτικού Πολιτισμού. Για ακόμη μια φορά, το αποτέλεσμα μας αποζημιώνει.
Έχοντας χτίσει μια καριέρα βασισμένη κυρίως σε κωμικούς ρόλους, ο José Garcia δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερο πρόβλημα να κουβαλήσει τον ρόλο του Bruno Davert. Όπως ακριβώς η ζωή του χαρακτήρα κινείται ανάμεσα σε λεπτούς διαχωρισμούς μεταξύ καθημερινότητας και απελπισίας, λογικής και τρέλας, έτσι και η ερμηνεία του Garcia παίζει με τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ δραματικού και αστείου. Αν η ταινία διαδραματιζόταν στην Αμερική, ο Garcia θα ήταν ο επόμενος Jack Lemmon. Διαδραματίζεται στην Ευρώπη, ο Bruno Davert είναι Ευρωπαίος, κι ευτυχώς, τόσο για τον Γαβρά και την ταινία του, όσο και για μας τους θεατές.
Με ανάλογες ικανότητες και δυναμικές, οι υπόλοιποι ρόλοι εγκλιματίζονται θαυμάσια. Ο Olivier Gourmet, παλιά καραβάνα στον Γαλλικό Κινηματογράφο και τακτικός θαμώνας των Ευρωπαϊκών φεστιβάλ – έχοντας κερδίσει από Κάννες μέχρι Σεζάρ – παίζει το αφεντικό του Garcia και μας δίνει έναν θαυμάσιο μπουρζουά χαρακτήρα νεοκαπιταλιστή, από αυτούς που όλοι αγαπάμε να μισούμε.  Ο Γερμανός Ulrich Turk – τον έχουμε δει στο «Seraphine» καθώς και στον δυναμίτη «Οι Ζωές Των Άλλων» – υποδύεται τον Gerard Hutchinson, ένα από τα θύματα του Garcia, και αποδεικνύεται ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του σύγχρονου Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Τέλος, γλυκύτατη και δυναμική ταυτόχρονα, η Karin Viard στέκεται επάξια δίπλα στον Garcia ως σύζυγός του.

Στην σύγχρονη εποχή των ελεύθερων οικονομιών και του Δυτικού τρόπου ζωής, τα όποια προβλήματα δημιουργούνται, φαντάζουν έντονα και χωρίς λύση. Η κοινωνική κριτική είναι ένα πρώτο βήμα για την επίλυσή τους, πρέπει όμως να γίνεται με σωστό και αποτελεσματικό τρόπο. Η σάτιρα προσφέρει σ’αυτόν τον τομέα. Και όταν η σάτιρα βρίσκεται στα χέρια ενός μεγάλου σκηνοθέτη όπως ο Κώστας Γαβράς, ο οποίος μπορεί ακόμα και στα ογδόντα του να σκηνοθετεί με την δύναμη και τον σπινθήρα ενός εικοσάχρονου, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι σαν το «Le Couperet»: αιχμηρό, αδυσώπητο, επώδυνο και, εν τέλει, διδακτικό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: