Lawn Dogs

«Υπάρχουν αυτοί που έχουν το γκαζόν, κι αυτοί που το κουρεύουν. Και σπάνια είναι οι ίδιοι άνθρωποι»
Αυτά είναι τα λόγια του Trent Burns σε κάποιο σημείο της ταινίας, και λίγες είναι οι φορές που μια φράση αντικατοπτρίζει τόσο άμεσα και αληθινά το κοινωνικό χάσμα της σημερινής εποχής. Υπάρχουν αυτοί που έχουν το γκαζόν, οι έχοντες και κατέχοντες, το απαστράπτον, λαμπερό πρόσωπο της Ουτοπίας, του Αμερικάνικου Ονείρου. Υπάρχουν κι αυτοί που το κουρεύουν. Οι σκουπιδιάρηδες, ο πάτος του βαρελιού, εκεί που μαζεύονται όλα τα κατακάθια και, μερικές φορές, κάνουν κάποιες απέλπιδες προσπάθειες να φτάσουν στην επιφάνεια. Αυτές οι προσπάθειες αποτελούν υλικό για όνειρα, φαντασιώσεις κι ελπίδα. Κι εκεί που όσοι βρίσκονται στον πάτο του βαρελιού ονειρεύονται, φαντασιώνονται κι ελπίζουν, μοιάζουν σχεδόν να αγνοούν την πραγματικότητα που τους κρατάει εκεί που βρίσκονται, και που θα συνεχίζει να τους κρατάει εκεί, όσο κι αν προσπαθούν, όσο κι αν ονειρεύονται, όσο και αν ελπίζουν. Ματαιότητα; Ίσως. Ταυτόχρονα όμως, και στυγνή πραγματικότητα. Ισορροπία. Ακόμη και η Ουτοπία έχει ανάγκη τους σκουπιδιάρηδες.

Ο Trent Burns κουρεύει το γκαζόν στα σπίτια των πλουσίων του Camelot Gardens, μιας κλειστής συνοικίας, κάπου στην Αμερική της δεκαετίας του ’90. Αυτή είναι η δουλειά του, αυτό ξέρει να κάνει, κι αυτό κάνει όσο καλά μπορεί, προσπαθώντας να επιβιώσει με τα λίγα χρήματα που βγάζει. Ο ίδιος ζει σε ένα τροχόσπιτο, απομονωμένος στο πευκοδάσος που περιβάλλει την ειδυλλιακή συνοικία. Μονόχνοτος και κυνικός εξαιτίας του χάσματος που τον χωρίζει από τα αφεντικά του, ο Trent προσπαθεί να κρατήσει τις αποστάσεις του απ’όλους, κι αυτό τον στοχοποιεί συχνά στα μάτια των νταήδων πλουσιόπαιδων, των Αρχών, των ίδιων των οικογενειών. Μοναδική εξαίρεση η Devon, μια δεκάχρονη η οποία μόλις μετακόμισε με τους γονείς της, έχοντας πρόσφατα αναρρώσει από μια επικίνδυνη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Μοναχικό κορίτσι που ζει στον δικό της φαντασιακό κόσμο – όπου κυριαρχεί η μυθολογική φιγούρα της μάγισσας Baba Yaga – , η Devon συναντά τον Trent σε μια από τις περιπλανήσεις της έξω από την συνοικία, και δένεται μαζί του με μια φιλία η οποία αναπτύσσεται, διστακτικά από την πλευρά του Trent, επίμονα από την πλευρά του κοριτσιού. Ξεπερνώντας τα όρια που οι κοινωνικές επιταγές των πλουσίων έχουν επιβάλλει, η φιλία αυτή δεν θα αργήσει να φέρει συγκρούσεις, παρεξηγήσεις και κινδύνους.

Μας έχει συνηθίσει σε θεματικές κοινωνικών συγκρούσεων ο Αυστραλός John Duigan και, τρία χρόνια μετά από τις «Σειρήνες» που τον έφεραν στο προσκήνιο, καταπιάνεται με το θέμα πιο ώριμα και πιο έξυπνα. Εδώ μοιάζει να ξεπερνάει την αφέλεια των «Σειρήνων» και να πατάει σταθερά στο έδαφος. Δεν είναι ότι λείπει μια σατιρική και κάπως ανάλαφρη πινελιά από το «Lawn Dogs». Εδώ όμως πρόκειται γιαυτό ακριβώς: πινελιά, η οποία ποτέ δεν λειτουργεί σε βάρος της σοβαρότητας του θέματος με την οποία θέλει να το αντιμετωπίσει. Το σενάριο της Naomi Wallace τον βοηθά, καθώς κινείται ρεαλιστικά και με σεβασμό στην πραγματικότητα, προσθέτοντας μικρές φαντασιακές δόσεις σε καίρια σημεία. Θεατρική συγγραφέας η ίδια, και με μικρή εμπειρία στον κινηματογράφο – μόλις το πρώτο της κινηματογραφικό σενάριο και μοναδικό που έχει γράψει μόνη της – , ξέρει τις αδυναμίες της και τα όριά της και δεν αφήνει τον εαυτό της να τα ξεπεράσει. Οι ατάκες της, όμορφες και εύπεπτες, δεν υπολείπονται σε βάθος και ουσία. Ο Duigan αποδίδει δίκαια της ιδέες της μέσα από τον φακό του.
Στον τομέα των ηθοποιών, ο Sam Rockwell είναι κάπως ιδιαίτερη περίπτωση. Ένας ηθοποιός που δεν φοβάται να καταπιαστεί με  οτιδήποτε, από μεστούς, δυνατούς ρόλους που απαιτούν κάθε σταγόνα του ταλέντου του – μας έρχεται στο νου το «Confessions of A Dangerous Mind» και το «Moon» – μέχρι παρουσίες που ξεχνιούνται σε δευτερόλεπτα – ποιος τον πρόσεξε στο «Green Mile«;  Στο «Lawn Dogs» είναι η τέλεια επιλογή για τον ρόλο του Trent Burns. Κυνικός και μονόχνοτος αλλά, τελικά, πανέμορφος. Ένας χαρακτήρας που, όσο κι αν προσπαθήσεις, αποκλείεται να μην συμπαθήσεις στο τέλος.
Πραγματικός οδοστρωτήρας όμως, και ταυτόχρονα έκπληξη της ταινίας, είναι η μικρή – τότε – Mischa Barton, στον δεύτερο μόλις ρόλο της και πρώτο πρωταγωνιστικό. Έντεκα μόλις ετών τότε, η Barton βάζει κάτω πολλές και πιο έμπειρες ηθοποιούς με την ερμηνεία της ως Devon Stockard. Η δεκαετία του ’90 ήταν ίσως η δεκαετία των παιδιών-θαυμάτων, από την Kirsten Dunst μέχρι τον Halley Joel Osment. Ανάμεσα στις Οσκαρικές εκρήξεις των πιτσιρικάδων της εποχής, η Mischa Barton ξεχωρίζει και με ευκολία.

Τελικά, τι μηνύματα θέλει να μας περάσει το «Lawn Dogs»; Ότι κοινωνικές διαφορές υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν; Ότι τα κατακάθια στον πάτο του βαρελιού θα παραμείνουν εκεί, όσο κι αν προσπαθούν, όσο κι αν φαντασιώνονται, όσο κι αν ονειρεύονται; Ή μήπως ότι, κάτω από την λαμπερή επιφάνεια της οποιασδήποτε Ουτοπίας, υπάρχει ο μαύρος πυθμένας της;
Ίσως όλα αυτά, και μάλλον ακόμη περισσότερα. Εξαρτάται από τον καθέναν μας. Ό,τι και να σκεφτείτε, προσθέστε κι αυτό: ότι, αν και πολλές φορές είναι μάταιο να ονειρεύεσαι, τουλάχιστον να είσαι ευτυχισμένος που μπορείς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: