Προβολή : The Boy In The Striped Pyjamas – Το Αγόρι Με Τις Ριγέ Πυτζάμες

Ο παραλογισμός του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Η φρίκη του Ολοκαυτώματος μέσα από την αθωότητα και την αφέλεια ενός οκτάχρονου. Όχι όμως μέσα από τα μάτια ενός θύματος. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, του οποίου ο πατέρας είναι ο θύτης.
Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης προβάλει το «Αγόρι Με Τις Ριγέ Πυτζάμες», στις 29 Οκτωβρίου, 21:00 το βράδυ. Σας περιμένουμε, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου!

The Boy In The Striped Pyjamas

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αθωότητα και την αφέλεια είναι πολύ λεπτή και ασαφής.
Λίγες μέρες πριν την επίσημη λήξη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου – η Γερμανία υπέγραψε την άνευ όρων παράδοσή της στις  8 Μαΐου 1945 – , τα πρώτα κλιμάκια των Αμερικανών Πεζοναυτών που πρωτοαντίκρυσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με μια εικόνα θανάτου που δεν τη χωράει ο νους. Η αντίδρασή τους ίσως να ήταν κατακριταία με τα σημερινά δεδομένα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: ανάγκασαν πολλούς από τους Γερμανούς κατοίκους των κοντινών πόλεων (ιδιαίτερα όσους κατείχαν διοικητικές θέσεις) να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με τους σωρούς των πτωμάτων και τις στάχτες των κρεματορίων, και στην συνέχεια να αναλάβουν το «καθάρισμα», σε μεγάλους ομαδικούς τάφους που έσκαψαν οι ίδιοι.Για πολλούς από τους κατοίκους αυτούς, η αλήθεια ήταν κάτι που όντως αγνοούσαν. Πολλοί δεν άντεξαν – ένα από τα συγκλονιστικότερα φιλμ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που προβλήθηκε στην δίκη της Νυρεμβέργης σαν αποδεικτικό στοιχείο, δείχνει τους πολίτες αυτούς να μεταφέρονται έξω από το στρατόπεδο του Νταχάου σε κατάσταση σόκ, λιπόθυμοι ή στα όρια της υστερίας.
Γιαυτούς τους ανθρώπους, τι θα μπορούσε να αποτελεί άλλοθι; Σίγουρα όχι αθωότητα, όχι για ανθρώπους που υποτίθεται ότι έχουν την ωριμότητα να αναλάβουν το βάρος της ευθύνης τους. Αφέλεια μήπως; Ίσως, αν και για άτομα σκεπτόμενα και με πολιτική συνείδηση, τα πρώτα σημάδια για το τι θα συνέβαινε ήταν φανερά ήδη από τις πρώτες ώρες της ανόδου των Ναζιστών στην εξουσία. Όχι. Γιαυτούς δεν υπάρχει άλλοθι. Αν δεν ήξεραν τι συνέβαινε, έπρεπε να ξέρουν.
Η κατάσταση αλλάζει όταν στο επίκεντρο του ερωτήματος βρίσκεται ένα παιδί. Για ένα παιδί η αθωότητα αποτελεί ψυχολογικό status quo, και η αφέλεια δεν είναι μόνο στοιχείο της καθημερινότητας, αλλά τρόπος ζωής.Πως ένα παιδί αντιμετωπίζει την φρίκη του πολέμου; Πως του εξηγείς το Νταχάου, το Άουσβιτς, την Νύχτα των Κρυστάλλων, τους Ναζί και τον διεστραμμένο τρόπο σκέψης τους; Και κάτι ακόμη πιο δύσκολο, ίσως αδύνατο: πως τα εξηγείς όλα αυτά, όταν είναι παιδί Γερμανών, και μάλιστα παιδί ενός από τους άμεσα υπεύθυνους; Ενός Ναζί αξιωματικού;

Ο μικρός Μπρούνο είναι ένα τέτοιο παιδί. Ο πατέρας του είναι αξιωματικός των SS, Λοχαγός στον βαθμό και είδωλο για τον οχτάχρονο γιό του. Η ζωή τους στο Βερολίνο είναι άνετη: ζουν μια καλή ζωή, ο Μπρούνο με τους σχολικούς του φίλους, οι γονείς του μακριά από τα μέτωπα του πολέμου που έχει ήδη ξεσπάσει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τα πράγματα για τον Μπρούνο αρχίζουν να χαλάνε όταν ο πατέρας του προβιβάζεται σε Ταγματάρχη και τοποθετείται ως Διοικητής σε ένα «στρατόπεδο εργασίας» στην εξοχή (δεν κατονομάζεται, αλλά αφήνεται να εννοηθεί πως είναι το Άουσβιτς). Μοιραία, το μικρό αγόρι έρχεται αντιμέτωπο με τον αποχωρισμό με τους φίλους του, με την πλήξη, με την νοσταλγία της, μικρής και ανέμελης μέχρι τότε, καθημερινότητας στην μεγάλη πόλη. Διέξοδός του αποδεικνύεται το κοντινό δάσος, ευκαιρία για ατέλειωτες περιπλανήσεις και εξερευνήσεις. Και σε μια από αυτές βλέπει για πρώτη φορά το στρατόπεδο που διοικεί ο πατέρας του. Πίσω από τον ηλεκτροφόρο φράκτη του, ένα παιδάκι στην ηλικία του κάθεται στο χώμα, με το κεφάλι σκυφτό.

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ιρλανδού John Boyne, μια από τις δυνατότερες πένες των τελευταίων είκοσι ετών. Μοιραία, η κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου απογυμνώνει το πρωτότυπο από την όποια πολυπλοκότητα και τις λεπτές νοηματικές στρώσεις του και το βιβλίο «The Boy In The Striped Pyjamas» δεν αποτελεί εξαίρεση. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους – λ.χ διάρκεια – αλλά και για λόγους σημειολογικούς: εν τέλει, η κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου δεν αποτελεί αντιγραφή αλλά απόδοση, η προσωπική ματιά και άποψη ενός σεναριογράφου ή σκηνοθέτη πάνω στο πρωτότυπο υλικό. Από την στιγμή που οι σελίδες περνάνε στο πανί, η ιστορία αποτελεί ευθύνη του όποιου κάνει την μεταφορά.
Στον τομέα αυτό, ο Mark Herman τα καταφέρνει. Παρά το σχετικά μικρό παλμαρέ του, βρίσκεται πίσω από τις κάμερες από το 1987, και η εμπειρία δεν του λείπει. Στο «Αγόρι Με Τις Ριγέ Πυτζάμες» σκηνοθετεί απλά και λιτά, χωρίς να καταφεύγει σε προσωπικούς ελιγμούς. Επίκεντρό του δεν είναι ούτε ο πόλεμος, ούτε η φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Είναι το παιδί, ο Μπρούνο, η φιλία του με το μικρό αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα, η ωρίμανσή του αλλά και οι συγκρούσεις του με τον ίδιο του τον εαυτό και με τον κόσμο στον οποίον έμαθε να ζει. Εκεί σημαδεύει ο φακός και εκεί οδηγείται το βλέμμα μας. Μια μικρή ιστορία ανάμεσα σε μεγαλύτερες, η οποία, όταν έρχεται στο προσκήνιο, μας οδηγεί σε μαθήματα πολύ μεγαλύτερα απ’οτι θα περιμέναμε.
Ο μικρός Asa Butterfield δεν είχε κάνει ακόμα την μεγάλη αίσθηση με το «Hugo«. Η ερμηνεία του εδώ ίσως αποτελεί εξήγηση για το ότι του έδειξε εμπιστοσύνη ένας μεγάλος σκηνοθέτης σαν τον Μάρτιν Σκορσέζε. Ταλαντούχος σε έναν ρόλο που δεν είναι τόσο εύκολος όσο μπορεί να φαίνεται, ο μικρός Asa δίνει το απαιτούμενο βάρος και ουσία στον ρόλο του Μπρούνο. Δεν μιλάμε για αποκάλυψη ή για παιδί-θαύμα αλλά μιλάμε για έναν μικρό ηθοποιό που, αντίθετα από άλλους, δείχνει τον απαιτούμενο επαγγελματισμό. Μιλάμε για έναν πιτσιρικά ο οποίος θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.
Αντίθετα, ο David Thewlis είναι ένας ηθοποιός που μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε «μπαρουτοκαπνισμένο» στα πεδία των μαχών της Έβδομης Τέχνης. Κάνει την πρώτη αίσθηση στις Καννες, το 1993, κερδίζοντας το βραβείο ρόλου για το «Naked», κι από τότε έχει συγκεντρώσει αρκετά «μετάλλια» (από Stephen Spielberg μέχρι Ridley Scott). Στον ρόλο του πατέρα του Μπρούνο έχει την απαραίτητη δύναμη που χρειάζεται ο χαρακτήρας του. Ο αξιωματικός των SS δεν είναι, εν τέλει, ένας κακός άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος μπερδεμένος, με σκέψη διαστρεβλομένη από τις καταστάσεις. Δεν είναι θύμα αλλά ούτε και τέρας. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει και να προστατέψει την οικογένειά του, αλλά το κάνει με τον λάθος τρόπο.
Το ίδιο έμπειρη είναι και η Vera Farmiga η οποία έπρεπε να περιμένει ως το 2009 για να δει το όνομά της στα Όσκαρ – δυστυχώς, η ερμηνεία της στο «Up In The Air» εκτιμήθηκε λιγότερο από την politically correct παρουσία της Mo’nique στο «Precious». Εδω, η ερμηνεία της αρέσει σαν αντίβαρο στον παραλογισμό του πολέμου. Μοιάζει να είναι η μόνη που έχει την δύναμη να αντιδράσει στην φρικαλεότητα την οποία δείχνει να υπηρετεί ο άντρας της και δεν το κάνει για λόγους ιδεολογικούς αλλά για καθαρά προσωπικούς: θέλει να προστατέψει την οικογένειά της. Διορατικός και δυνατός ρόλος, η Ουκρανικής καταγωγής ταλαντούχα ηθοποιός τον σηκώνει με ατσαλένια δύναμη χωρίς να τραβάει το βλέμμα μας από την ουσία της ιστορίας.

Το βιβλίο κατακρίθηκε από πολλούς, και κατηγορήθηκε ότι προσπαθεί να απαλύνει λίγο την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, δίνοντας το αλλοθι της άγνοιας στους Γερμανούς πολίτες. Πρόκειται καθαρά για λάθος ερμηνεία από μέρους των επικριτών. Το μύνημα του βιβλίου είναι ξεκάθαρο και σαφές για όσους έχουν την απαραίτητη ουδετερότητα να δούν το θέμα του με ανοιχτό μυαλό. Ένας εύστοχος και καυστικός, ίσως, παραλληλισμός: οι Γερμανοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν όντως σαν μικρά παιδιά. Αφελείς, αθώοι, χωρίς να έχουν ιδέα τι τους γίνεται, εν τέλει εύκολα θύματα εντυπωσιασμού. Αυτό ήταν ίσως το μόνο σημείο ενοχής τους: η εμπειρίες των προηγούμενων ετών έπρεπε να τους έχουν ωριμάσει. Δεν το έκαναν, και εκατομμύρια άνθρωποι πλήρωσαν το λάθος τους. Εμείς, οι επόμενες γενιές, ας προσέξουμε να μην κάνουμε το ίδιο λάθος.

Προβολή: Le Couperet – Το Τσεκούρι

Ο μεγάλος Κώστας Γαβράς σε μια αιχμηρή κοινωνική σάτιρα, που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά των προβλημάτων του σύγχρονου Ευρωπαϊκού κόσμου. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης προβάλλει «Το Τσεκούρι», την Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου, στις 21:00 το βράδυ, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Σας περιμένουμε!

Le Couperet

«Η σάτιρα είναι ένα μάθημα. Η παρωδία είναι ένα παιχνίδι.» Αυτή η φράση του Vladimir Nabokov συνοψίζει περίτεχνα τον ορισμό της σάτιρας, ίσως του αρχαιότερου εργαλείου κοινωνικής κριτικής. Η σάτιρα είναι αιχμηρή, κοφτερή, χτυπάει ακριβώς στην καρδιά του προβλήματος, και γιαυτό συχνά πονάει. Η σάτιρα δεν μπορεί να είναι πολιτικά ορθή – μας πιάνει από το αυτί και μας βάζει μπροστά στον καθρέφτη, παίρνει το δάχτυλό μας και μας σπρώχνει να ψηλαφίσουμε τις ίδιες μας τις πληγές. Ούτε η αυτοκριτική ούτε η αυτοανάγνωση μας αρέσει. Γιαυτό η σάτιρα έχει χτυπηθεί ανελέητα. Και ό,τι αποτελεί στόχο για ένα πολιτικά ορθό σύστημα, επιβιώνει σε πείσμα του. Η σάτιρα μας ωριμάζει, σαν είδος, σαν πολιτισμό, σαν κοινωνία. Είναι αναντικατάστατη γιαυτό ακριβώς τον λόγο.

Υπό το πρίσμα της αιχμηρής κοινωνικής σάτιρας, παρακολουθούμε την ιστορία του Bruno Davert, ενός τριανταεννιάχρονου οικογενειάρχη με μια αξιοπρεπή ζωή και μια σεβαστή θέση ως χημικός σε μια εταιρία χαρτιού. Η εταιρία του συγχωνεύεται με μια ανταγωνιστική της, και σαν αποτέλεσμα των αναπόφευκτων περικοπών, ο Bruno απολύεται. Ο ανταγωνισμός για μια καινούρια θέση σε μια ανάλογη εταιρία είναι τεράστιος, ανελέητος, και οι ανταγωνιστές που εφοδιασμένοι με περισσότερα προσόντα. Καθώς οι μήνες ανεργίας περνούν και γίνονται χρόνια, καθώς η μεσοαστική, σχετικά άνετη ζωή του αρχίζει να καταρρέει, βλέπει όλο και πιο καθαρά ότι η πιο παράλογη σκέψη που περνά από το μυαλό του είναι ίσως η πιο λογική λύση: να εξαλείψει τον ανταγωνισμό, έναν προς έναν υποψήφιο. Ένα τρελό παιχνίδι ισορροπιών αρχίζει, από το οποίο θα βγει νικητής μόνο αν παίξει ως το τέλος.

Κώστας Γαβράς πίσω από την κάμερα και η κοφτερή σαν νυστέρι, πολιτική ματιά του είναι ολοφάνερη από το πρώτο πλάνο ως το τελευταίο. Το «Le Couperet» δεν έχει την αμεσότητα του «Ζ» ή του «État de siège«. Δεν είναι πολιτικό θρίλερ αλλά, στο βάθος της, πολιτική σάτιρα. Η καθημερινότητα της ιστορίας του Bruno είναι το πρόσχημα και το κάλυμμα – η κριτική και τα μηνύματα στοχεύουν σε μεγαλύτερα θέματα: ανεργία, ελεύθερες οικονομίες, καπιταλισμός. Με αυτή την έννοια, ο Γαβράς βρίσκεται στο στοιχείο του και παίζει με τους δικούς του όρους. Ο Bruno Davert, τα παθήματά του και οι αντιδράσεις του δεν είναι η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Είναι τα προβλήματα και τα παθήματα μιας ολόκληρης κοινωνίας και του Δυτικού Πολιτισμού. Για ακόμη μια φορά, το αποτέλεσμα μας αποζημιώνει.
Έχοντας χτίσει μια καριέρα βασισμένη κυρίως σε κωμικούς ρόλους, ο José Garcia δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερο πρόβλημα να κουβαλήσει τον ρόλο του Bruno Davert. Όπως ακριβώς η ζωή του χαρακτήρα κινείται ανάμεσα σε λεπτούς διαχωρισμούς μεταξύ καθημερινότητας και απελπισίας, λογικής και τρέλας, έτσι και η ερμηνεία του Garcia παίζει με τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ δραματικού και αστείου. Αν η ταινία διαδραματιζόταν στην Αμερική, ο Garcia θα ήταν ο επόμενος Jack Lemmon. Διαδραματίζεται στην Ευρώπη, ο Bruno Davert είναι Ευρωπαίος, κι ευτυχώς, τόσο για τον Γαβρά και την ταινία του, όσο και για μας τους θεατές.
Με ανάλογες ικανότητες και δυναμικές, οι υπόλοιποι ρόλοι εγκλιματίζονται θαυμάσια. Ο Olivier Gourmet, παλιά καραβάνα στον Γαλλικό Κινηματογράφο και τακτικός θαμώνας των Ευρωπαϊκών φεστιβάλ – έχοντας κερδίσει από Κάννες μέχρι Σεζάρ – παίζει το αφεντικό του Garcia και μας δίνει έναν θαυμάσιο μπουρζουά χαρακτήρα νεοκαπιταλιστή, από αυτούς που όλοι αγαπάμε να μισούμε.  Ο Γερμανός Ulrich Turk – τον έχουμε δει στο «Seraphine» καθώς και στον δυναμίτη «Οι Ζωές Των Άλλων» – υποδύεται τον Gerard Hutchinson, ένα από τα θύματα του Garcia, και αποδεικνύεται ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του σύγχρονου Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Τέλος, γλυκύτατη και δυναμική ταυτόχρονα, η Karin Viard στέκεται επάξια δίπλα στον Garcia ως σύζυγός του.

Στην σύγχρονη εποχή των ελεύθερων οικονομιών και του Δυτικού τρόπου ζωής, τα όποια προβλήματα δημιουργούνται, φαντάζουν έντονα και χωρίς λύση. Η κοινωνική κριτική είναι ένα πρώτο βήμα για την επίλυσή τους, πρέπει όμως να γίνεται με σωστό και αποτελεσματικό τρόπο. Η σάτιρα προσφέρει σ’αυτόν τον τομέα. Και όταν η σάτιρα βρίσκεται στα χέρια ενός μεγάλου σκηνοθέτη όπως ο Κώστας Γαβράς, ο οποίος μπορεί ακόμα και στα ογδόντα του να σκηνοθετεί με την δύναμη και τον σπινθήρα ενός εικοσάχρονου, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι σαν το «Le Couperet»: αιχμηρό, αδυσώπητο, επώδυνο και, εν τέλει, διδακτικό.

Προβολή: Lawn Dogs – Σκυλιά Στην Χλόη

«Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένα κοριτσάκι με τους γονείς του».

Έτσι ξεκινά η ταινία «Lawn Dogs» του John Duigan, παραγωγής 1997, την οποία θα προβάλλουμε στις 15 Οκτωβρίου, στις 21:00 το βράδυ, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου. Αλλά δεν πρόκειται για παραμύθι. Πρόκειται για την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα του τότε, του σήμερα και πιθανόν και του αύριο. Μια πραγματικότητα τόσο αληθινή, που πολλές φορές την αγνοούμε. Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας περιμένει να την ανακαλύψουμε εκ νέου.

Lawn Dogs

«Υπάρχουν αυτοί που έχουν το γκαζόν, κι αυτοί που το κουρεύουν. Και σπάνια είναι οι ίδιοι άνθρωποι»
Αυτά είναι τα λόγια του Trent Burns σε κάποιο σημείο της ταινίας, και λίγες είναι οι φορές που μια φράση αντικατοπτρίζει τόσο άμεσα και αληθινά το κοινωνικό χάσμα της σημερινής εποχής. Υπάρχουν αυτοί που έχουν το γκαζόν, οι έχοντες και κατέχοντες, το απαστράπτον, λαμπερό πρόσωπο της Ουτοπίας, του Αμερικάνικου Ονείρου. Υπάρχουν κι αυτοί που το κουρεύουν. Οι σκουπιδιάρηδες, ο πάτος του βαρελιού, εκεί που μαζεύονται όλα τα κατακάθια και, μερικές φορές, κάνουν κάποιες απέλπιδες προσπάθειες να φτάσουν στην επιφάνεια. Αυτές οι προσπάθειες αποτελούν υλικό για όνειρα, φαντασιώσεις κι ελπίδα. Κι εκεί που όσοι βρίσκονται στον πάτο του βαρελιού ονειρεύονται, φαντασιώνονται κι ελπίζουν, μοιάζουν σχεδόν να αγνοούν την πραγματικότητα που τους κρατάει εκεί που βρίσκονται, και που θα συνεχίζει να τους κρατάει εκεί, όσο κι αν προσπαθούν, όσο κι αν ονειρεύονται, όσο και αν ελπίζουν. Ματαιότητα; Ίσως. Ταυτόχρονα όμως, και στυγνή πραγματικότητα. Ισορροπία. Ακόμη και η Ουτοπία έχει ανάγκη τους σκουπιδιάρηδες.

Ο Trent Burns κουρεύει το γκαζόν στα σπίτια των πλουσίων του Camelot Gardens, μιας κλειστής συνοικίας, κάπου στην Αμερική της δεκαετίας του ’90. Αυτή είναι η δουλειά του, αυτό ξέρει να κάνει, κι αυτό κάνει όσο καλά μπορεί, προσπαθώντας να επιβιώσει με τα λίγα χρήματα που βγάζει. Ο ίδιος ζει σε ένα τροχόσπιτο, απομονωμένος στο πευκοδάσος που περιβάλλει την ειδυλλιακή συνοικία. Μονόχνοτος και κυνικός εξαιτίας του χάσματος που τον χωρίζει από τα αφεντικά του, ο Trent προσπαθεί να κρατήσει τις αποστάσεις του απ’όλους, κι αυτό τον στοχοποιεί συχνά στα μάτια των νταήδων πλουσιόπαιδων, των Αρχών, των ίδιων των οικογενειών. Μοναδική εξαίρεση η Devon, μια δεκάχρονη η οποία μόλις μετακόμισε με τους γονείς της, έχοντας πρόσφατα αναρρώσει από μια επικίνδυνη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Μοναχικό κορίτσι που ζει στον δικό της φαντασιακό κόσμο – όπου κυριαρχεί η μυθολογική φιγούρα της μάγισσας Baba Yaga – , η Devon συναντά τον Trent σε μια από τις περιπλανήσεις της έξω από την συνοικία, και δένεται μαζί του με μια φιλία η οποία αναπτύσσεται, διστακτικά από την πλευρά του Trent, επίμονα από την πλευρά του κοριτσιού. Ξεπερνώντας τα όρια που οι κοινωνικές επιταγές των πλουσίων έχουν επιβάλλει, η φιλία αυτή δεν θα αργήσει να φέρει συγκρούσεις, παρεξηγήσεις και κινδύνους.

Μας έχει συνηθίσει σε θεματικές κοινωνικών συγκρούσεων ο Αυστραλός John Duigan και, τρία χρόνια μετά από τις «Σειρήνες» που τον έφεραν στο προσκήνιο, καταπιάνεται με το θέμα πιο ώριμα και πιο έξυπνα. Εδώ μοιάζει να ξεπερνάει την αφέλεια των «Σειρήνων» και να πατάει σταθερά στο έδαφος. Δεν είναι ότι λείπει μια σατιρική και κάπως ανάλαφρη πινελιά από το «Lawn Dogs». Εδώ όμως πρόκειται γιαυτό ακριβώς: πινελιά, η οποία ποτέ δεν λειτουργεί σε βάρος της σοβαρότητας του θέματος με την οποία θέλει να το αντιμετωπίσει. Το σενάριο της Naomi Wallace τον βοηθά, καθώς κινείται ρεαλιστικά και με σεβασμό στην πραγματικότητα, προσθέτοντας μικρές φαντασιακές δόσεις σε καίρια σημεία. Θεατρική συγγραφέας η ίδια, και με μικρή εμπειρία στον κινηματογράφο – μόλις το πρώτο της κινηματογραφικό σενάριο και μοναδικό που έχει γράψει μόνη της – , ξέρει τις αδυναμίες της και τα όριά της και δεν αφήνει τον εαυτό της να τα ξεπεράσει. Οι ατάκες της, όμορφες και εύπεπτες, δεν υπολείπονται σε βάθος και ουσία. Ο Duigan αποδίδει δίκαια της ιδέες της μέσα από τον φακό του.
Στον τομέα των ηθοποιών, ο Sam Rockwell είναι κάπως ιδιαίτερη περίπτωση. Ένας ηθοποιός που δεν φοβάται να καταπιαστεί με  οτιδήποτε, από μεστούς, δυνατούς ρόλους που απαιτούν κάθε σταγόνα του ταλέντου του – μας έρχεται στο νου το «Confessions of A Dangerous Mind» και το «Moon» – μέχρι παρουσίες που ξεχνιούνται σε δευτερόλεπτα – ποιος τον πρόσεξε στο «Green Mile«;  Στο «Lawn Dogs» είναι η τέλεια επιλογή για τον ρόλο του Trent Burns. Κυνικός και μονόχνοτος αλλά, τελικά, πανέμορφος. Ένας χαρακτήρας που, όσο κι αν προσπαθήσεις, αποκλείεται να μην συμπαθήσεις στο τέλος.
Πραγματικός οδοστρωτήρας όμως, και ταυτόχρονα έκπληξη της ταινίας, είναι η μικρή – τότε – Mischa Barton, στον δεύτερο μόλις ρόλο της και πρώτο πρωταγωνιστικό. Έντεκα μόλις ετών τότε, η Barton βάζει κάτω πολλές και πιο έμπειρες ηθοποιούς με την ερμηνεία της ως Devon Stockard. Η δεκαετία του ’90 ήταν ίσως η δεκαετία των παιδιών-θαυμάτων, από την Kirsten Dunst μέχρι τον Halley Joel Osment. Ανάμεσα στις Οσκαρικές εκρήξεις των πιτσιρικάδων της εποχής, η Mischa Barton ξεχωρίζει και με ευκολία.

Τελικά, τι μηνύματα θέλει να μας περάσει το «Lawn Dogs»; Ότι κοινωνικές διαφορές υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν; Ότι τα κατακάθια στον πάτο του βαρελιού θα παραμείνουν εκεί, όσο κι αν προσπαθούν, όσο κι αν φαντασιώνονται, όσο κι αν ονειρεύονται; Ή μήπως ότι, κάτω από την λαμπερή επιφάνεια της οποιασδήποτε Ουτοπίας, υπάρχει ο μαύρος πυθμένας της;
Ίσως όλα αυτά, και μάλλον ακόμη περισσότερα. Εξαρτάται από τον καθέναν μας. Ό,τι και να σκεφτείτε, προσθέστε κι αυτό: ότι, αν και πολλές φορές είναι μάταιο να ονειρεύεσαι, τουλάχιστον να είσαι ευτυχισμένος που μπορείς.

Προβολή: Die Welle – Το Κύμα

‎»Ώστε πιστεύετε ότι ακόμη μία δικτατορία δεν θα ήταν εφικτή στη Γερμανία…;» ρωτάει ο καθηγητής Rainer Wenger τους μαθητές του. Το «Κύμα» είναι μια ταινία δυνατή, σκληρή ίσως, που κάνει την ίδια ερώτηση σε εσάς, στον θεατή: «Πιστεύετε ότι μια δικτατορία είναι απίθανη σήμερα;» Η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης σας καλεί, αν όχι να την απαντήσετε, τουλάχιστον να την σκεφτείτε. Θα έχετε την ευκαιρία την Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου, στις 21:00, στην αίθουσα προβολών του Κωνσταντινείου Πνευματικού Κέντρου.

Die Welle

Αν κάποιος προσπαθήσει να ταξινομήσει τα γεγονότα της παγκόσμιας Ιστορίας με σειρά σπουδαιότητας, δύσκολα θα αντισταθεί στο να τοποθετήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στις πρώτες θέσεις, αν όχι στην κορυφή. Δεν είναι τόσο το ότι πρόκειται για ένα γεγονός σχετικά πρόσφατο, και άρα ακόμη νωπό στην συλλογική μνήμη. Δεν είναι ούτε η απόλυτη δυναμική του, που παρέσυρε πραγματικά ολόκληρο τον κόσμο και όχι μόνο διαμόρφωσε πολιτικές  και κοινωνικές καταστάσεις, αλλά και άλλαξε ανεπανόρθωτα τον ίδιο τον χαρακτήρα της ανθρωπότητας. Είναι κυρίως τα ερωτήματα τα οποία δημιούργησε, τα οποία, ακόμα και σήμερα, μετά από δεκαετίες αναλύσεων και συζητήσεων, δεν έχουν απαντηθεί ικανοποιητικά. Πως κατάφερε ένας άνθρωπος να παρασύρει ολόκληρο τον κόσμο στην ψυχοπάθεια του; Τι πήγε τόσο στραβά και τόσο γρήγορα; Και το κυριότερο, ίσως, απ’όλα: πως κατάφερε ένας ολόκληρος λαός ( ο Γερμανικός, εν προκειμένω) να εξαπατηθεί τόσο εύκολα και ολοκληρωτικά;
Αυτό το τελευταίο ερώτημα είναι αυτό που πονάει περισσότερο, όχι μόνο τους Γερμανούς αλλά κι εμάς τους υπόλοιπους. Η αντίδραση των ίδιων των Γερμανών μετά το τέλος του πολέμου ήταν η άρνηση: για σχεδόν έξι δεκαετίες, ο Ναζισμός, ο Χίτλερ, η απολυταρχία και ολοκληρωτισμός, αποτελούσαν θέμα ταμπού όχι μόνο γι αυτούς που έζησαν τα γεγονότα, αλλά και για τις επόμενες γενιές. Η υπόλοιπη ανθρωπότητα φρόντισε να επαναπαυτεί στην σιγουριά του ανθρωπισμού και των δημοκρατικών ιδεών – κανείς σήμερα δεν πιστεύει ότι κάτι τέτοιο πρόκειται ή μπορεί να επαναληφθεί, όσο εύκολο κι αν είναι και όσο κι αν η Ιστορία έχει τον δικό της απάνθρωπο και αδυσώπητο τρόπο να επαναλαμβάνεται. Οι νέες γενιές μεγαλώνουν σ’αυτό το κοινωνικοπολιτικό κλίμα και τείνουν να αντιμετωπίζουν τις επαναλήψεις της Ιστορίας σαν παρεκκλίσεις, διαλείμματα σε ένα καθιερωμένο Ιστορικό συνεχές που βασίζεται πια στις αρχές του ανθρωπισμού και της ισονομίας – από την δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία ως την δική μας χούντα των Συνταγματαρχών. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος: αγνοούν (ή μήπως επιλέγουν να αγνοούν;) την βάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την Αρχή του, τον θεμέλιο λίθο, που συνοψίζεται σε μια και μόνη φράση: οι άνθρωποι χειραγωγούνται εύκολα.
Μέσα από την δύναμη του παραδείγματος, ο καθηγητής Ιστορίας Ron Jones, στις πρώτες εβδομάδες του Απριλίου του 1967, στο Γυμνάσιο Cubberley του Palo Alto, προσπάθησε να διδάξει στους μαθητές του ακριβώς αυτό: πόσο εύκολο είναι να χειραγωγήσεις έναν πληθυσμό. Το πείραμα ονομάστηκε «Το Τρίτο Κύμα» και άρχισε με την επιβολή, απλών στην αρχή, όλο και πιο σύνθετων στην συνέχεια, κανόνων που βασίζονταν σε τέσσερις αρχές: πειθαρχία, συλλογικότητα, δράση και υπερηφάνεια. Για όσους δεν έχουν την υπομονή να διαβάσουν τα σχετικά άρθρα, απλώς να πούμε ότι το πείραμα ξέφυγε από τον έλεγχο του καθηγητή μετά από τέσσερις ημέρες, και τερματίστηκε. Δύο χρόνια μετά, ο Ron Jones απολύθηκε από το Γυμνάσιο.

Η ταινία «Die Welle» («Το Κύμα») βασίζεται σ’αυτό το πείραμα και το τοποθετεί στην σημερινή εποχή. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο καθηγητής Ιστορίας Rainer Wenger. Όλα ξεκινούν από μια συζήτηση με τους μαθητές του, σχετικά με το αν μια δικτατορία μπορεί να επιβληθεί στην σημερινή Γερμανία. Οι μαθητές, τρίτη γενιά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν το πιστεύουν. Ο ίδιος το πιστεύει. Το πείραμα που ξεκινά έχει σκοπό να τους διδάξει την βασική αιτία του πολέμου, την χειραγώγηση των μαζών. Δυστυχώς, δεν μπορεί να υπολογίσει τις συνέπειες του πειράματος, μια εκ των οποίων είναι ότι, μέσα από την χειραγώγηση των μαθητών του, χειραγωγείται και ο ίδιος – από τον ίδιο του τον εαυτό.

Για πρώτη φορά θα επιλέξω να μην αναλύσω το τεχνικό κομμάτι της ταινίας. Ο λόγος είναι απλός: δεν έχει και τόση σημασία. Η ταινία δεν θέλει να μιλήσει για τον σκηνοθέτη, τον ηθοποιό ή τον σεναριογράφο. Θέλει να μιλήσει για εμάς τους ίδιους, τον ίδιο τον θεατή, τις ιδέες του και την συμπεριφορά που απορρέει από αυτές. Πέρα από την δραματοποίηση των γεγονότων, πέρα από τις διαφορές που υπάρχουν σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα, αυτό που έχει σημασία είναι το μάθημα της ταινίας, και το ερώτημα που θέτει στο βάθος της: πόσο πραγματικά ελεύθεροι είμαστε;