Sideways

Τα buddy movies ποτέ δεν ήταν εύκολο κινηματογραφικό είδος. Όταν η σχέση μεταξύ δύο κύριων χαρακτήρων δεν είναι ούτε ερωτική, ούτε οικογενειακή, μια ταινία ελάχιστα έχει να πει πάνω στο θέμα, και βρίσκει ακόμα λιγότερα να εκμεταλλευτεί. Ίσως γιατί η φιλία, σαν σχέση, είναι ιδιαίτερη, προσωπική, δύσκολο να την ορίσεις και σχεδόν αδύνατο να την περιγράψεις. Δεν περιέχει τις εντάσεις του ερωτισμού, ή τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της οικογένειας. Είναι ένα είδος σχέσης σχεδόν υπόγειο, ανεπαίσθητο, κάτι σχεδόν…de facto. Η δυναμική μιας φιλίας γίνεται ξεκάθαρη μόνο όταν αυτή η φιλία τελειώσει. Πιο πριν θεωρείται τόσο δεδομένη όσο και η αναπνοή.
Πολλές φορές ο κινηματογράφος έπεσε σε παγίδες όταν προσπάθησε να πραγματευτεί αυτό το ασαφές είδος σχέσης. Άλλες φορές εδωσε μικρά (ή μεγάλα) αριστουργήματα, σαν το «Stakeout» ή το «Three Fugitives«, μερικές φορές υπερεκτιμήθηκε (ναι, καλά καταλάβατε σε ποια ταινία αναφέρομαι!), ενώ δεν λείπουν και οι απλά τραγικές ή γελοίες στιγμές. Δυστυχώς, τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν οι τελευταίες. Κι ενώ η απογοήτευση αρχίζει να κυριαρχεί και η απορία για το πως οι σεναριογράφοι στέρεψαν εντελώς από ιδέες (και υπάρχουν μερικοί πολυ καλοί εκεί έξω) να βασανίζει κάθε φίλο της μεγάλης οθόνης, έρχεται μια ταινία σαν το «Sideways» να αναπτερώσει τις ελπίδες μας. Ναι, Θεοί του σελλυλόιντ! Τα buddy movies υπάρχουν ακόμα!
Από την μια, ο Miles. Δάσκαλος Φιλολογίας, χωρισμένος εδώ και έξι μήνες από μια γυναίκα που αγαπά ακόμα, αποτυχημένος συγγραφέας – μια και το μόνο βιβλίο που έχει καταφέρει να γράψει έχει κολλήσει εδώ και τρία χρόνια ανάμεσα σε έναν ατζέντη που δεν μπορεί να το σπρώξει και σε εκδοτικούς οίκους που δεν θέλουν να το αναλάβουν – και φανατικός λάτρης του κρασιού. Από την άλλη, ο κολλητός του ο Jack. Η μέρα με την νύχτα σαν χαρακτήρες, μια και ο Jack, ξεπεσμένος πια ηθοποιός, παντελώς άσχετος με κάθε ιδέα κουλτούρας ή συμπεριφοράς έχει μια και μόνη εμμονή: το σεξ. Μια βδομάδα πριν τον γάμο του Jack, ξεκινούν και οι δύο για ένα ταξίδι εορτασμού των τελευταίων ημερών ελευθερίας, ο καθένας με διαφορετικούς στόχους : ο Miles ελπίζει σε ένα ταξίδι οινογνωσίας στους λόφους της Καλιφόρνια, ενώ ο Jack απλά ελπίζει να δοκιμάσει ο,τιδήποτε θηλυκό βρεθεί στον δρόμο του.
Πίσω από την κάμερα ο Alexander Payne που είχε δώσει ισχυρά δείγματα γραφής με το διαμαντένιο «About Schmidt«, δύο χρόνια πριν. Κι ενώ κινείται λίγο διστακτικά στο τελευταίο, στο «Sideways’ αποκτά απόλυτη εμπιστοσύνη στην ματιά και στο ένστικτό του. Το αποτέλεσμα αποζημιώνει τόσο τον ίδιο, όσο κι εμάς, μια και η ταινία τρέχει με τόση άνεση κι ευκολία, που νομίζεις ότι βλέπεις μια σκηνοθετική δουλειά σπρωγμένη από την εμπειρία δεκαετιών. Κι όμως, στην τρίτη του μόλις μεγάλη ταινία, ο Payne αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι ταινίες καταστάσεων τις έχει στο τσεπάκι του.
Κι όταν ένας σκηνοθέτης είναι αποτελεσματικός, εξίσου αποτελεσματικοί είναι και οι ηθοποιοί που χειρίζεται. Στην περίπτωση του Paul Giamatti , αυτό συμβαίνει και με το παραπάνω. Ο χαρακτήρας του Miles είναι απόλυτα γήινος, καθημερινός, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που έχει χαθεί σε μια ρουτίνα που δεν μπορεί να ελεγξει, που δεν μπορεί να καταλάβει τι πάει στραβά και απέτυχε στον γάμο του, στην δουλειά του, στα όνειρά του, αλλά που κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και γίνεται ο κυρίαρχος του παιχνιδιού όταν κρατάει ένα ποτήρι κόκκινου κρασιού. Σε μια ερμηνεία που δένει σε απίστευτη ισορροπία το τραγικό και το κωμικό, το ιδιαίτερο και το καθημερινό, το ρομαντικό και το κυνικό, η απόρριψή του από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ μοιάζει – και είναι – ένα από τα πιο τρανταχτά λάθη της Ακαδημίας.
Αντίθετα, ο Thomas Haden Church δεν αγνοήθηκε στα Όσκαρ. Έχοντας χτίσει σιωπηλά μια καριέρα σχεδόν εικοσιπέντε ετών, ο Church είναι η τέλεια επιλογή στον ρόλο του ναρκισσιστή και εγωπαθούς Jack.  Ένας ρόλος που του πάει γάντι, ο Jack είναι ο κολλητός που κανείς δεν θα ήθελε να έχει αλλά που θα έλειπε τρομερά από τον καθέναν μας αν χανόταν. Κάθε του κίνηση εγκυμονεί κινδύνους, κάθε του ιδέα είναι ικανή να σκοτώσει ολοκληρωτικά μια σχέση, κάθε του εμμονή απειλεί να αχρηστεύσει τον κάθε σχεδιασμό που έχει γίνει. Όμως ο Jack δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλά ζει ολοκληρωτικά στο παρόν.
Δίπλα σ’αυτές τις δύο δυναμικές ερμηνείες, έρχεται η γλυκύτατη Virginia Madsen στην πιο δυνατή και μεστή ερμηνεία της, συχνά διφορούμενης καριέρας της.  Ο ρόλος της Maya, της ώριμης γυναίκας με την δύσκολη ζωή αλλά το ίδιο ασίγαστο πάθος για το κρασί με τον Miles, μοιάζει να γράφτηκε γιαυτήν, και η Madsen δεν αφήνει την ευκαιρία να πάει χαμένη. Η Maya είναι η γυναίκα που πολλοι θα ήθελαν να ερωτευτούν και ακόμη περισσότεροι να έχουν σαν φίλη.
Το κουαρτέτο συμπληρώνεται από την Sandra Oh, τηλεοπτική κυρίως ηθοποιό – γνωστή από το «Gray’s Anatomy» – που εδώ, σιωπηλά και με πλήρη επίγνωση της θέσης της, δίνει τις απαραίτητες εντάσεις στην συνολική γεύση ενός απόλυτα επιτυχημένου cast.
Ένα ακόμη Όσκαρ – για το ονειρεμένα δουλεμένο σενάριο, βασισμένο στο βιβλίο του Rex Pickett – και δύο ακόμη υποψηφιότητες – Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας – είναι ο απολογισμός της ταινίας για το 2005, χωρίς να υπολογίσουμε ένα καμιόνι νίκες και υποψηφιότητες (146 συνολικά). Όμως δεν είναι τα βραβεία που κάνουν την ταινία αυτή ιδιαίτερη. Το «Sideways» είναι, πάνω απ’όλα, μια ταινία που μας δίνει την ευκαιρία να ψάξουμε κάτι από τον εαυτό μας σ’αυτή. Κι όσοι το κάνουμε, είτε βρούμε κάτι είτε όχι, δεν πρόκειται να χάσουμε.

***

Με το «Sideways» λοιπόν, η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης γιορτάζει το καλοκαίρι. Στο θεατράκι της Πλατείας Α. Κολιοφούτη, στην πόλη της Τραγάνας, η Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τραγάνας παρουσιάζουν μια ταινία που ταιριάζει απόλυτα με την εποχή. Η προβολή θα γίνει την Κυριακή 22 Ιουλίου, στις 9 το βράδυ.