We Need To Talk About Kevin

Ο τρόπος που ο Κινηματογράφος αντιμετωπίζει ένα θέμα ποικίλει. Ας πάρουμε ένα από αυτά τα θέματα τα οποία, δυστυχώς εμφανίζονται όλο και πιο συχνά: μια σχολική σφαγή.
Το Χόλλυγουντ ίσως να αντιμετώπιζε το γεγονός σαν μια ευκαιρία για δράση, με κάθε λεπτομέρεια να προβάλλεται λαίμαργα μπροστά στον φακό, κάθε σταγόνα αίματος σε γκρο πλαν και κάθε σφαίρα σε super slow motion, με soundtrack επιβλητικά τύμπανα και ηλεκτρικές κιθάρες στο τέρμα. Σχέσεις και χαρακτήρες λειτουργούν σαν υποσημείωση στο όλο νταβαντούρι, το οποίο λήγει με την παρέμβαση κάποιου αστυνομικού, στρατιώτη, πράκτορα του FBI ή – για ποικιλία – εντελώς άσχετου, ο οποίος σώζει το κοριτσάκι/παιδάκι δευτερόλεπτα πριν η σφαίρα του ψυχοπαθούς το στείλει στον άλλο κόσμο, αφοπλίζει τον δράστη (ο οποίος αποδεικνύεται νεοναζί/φασίστας/ο,τιδήποτε-ανάλογο) και όλα τελειώνουν καλά και ωραία – αηντε και με τον ήρωα να κάνει μια βαρυσήμαντη δήλωση.
Ένας ανεξάρτητος Αμερικάνος σκηνοθέτης ίσως να επικεντρωνόταν στον ίδιο τον δράστη. Με σχεδον ντοκυμαντερίστικο τρόπο καταγράφεται η πορεία του στο σχολείο (και στους νταήδες του), στο σπίτι (και, ειδικότερα, στον μέθυσο πατέρα και στην αλκοολική μητέρα) ή στις παρέες του (αν υπάρχουν), ως το τελικό αμοκ, το οποίο αποδίδεται σε πλάνα χωρίς steadycam, με κόκκο και με απίστευτο θόρυβο στον ήχο. Μπορεί να παίζει κι εδώ το κολπάκι του Blair Witch Project – όλη η ταινία είναι, υποτίθεται, υλικό το οποίο κατέγραψε ο δράστης με μια κάμερα χειρός, ή κάποιος παρατρεχάμενος με κάμερα χειρός, ή κάποιος μαθητής που κάνει ένα σχολικό project με την βιντεοκάμερα του μπαμπά του και πέφτει τυχαία πάνω σε έναν παλαβό που αρχίζει να πυροβολεί.Στόχος του ανεξάρτητου σκηνοθέτη είναι η αληθοφάνεια. Το αν τα καταφέρνει ή όχι, εξαρτάται από το τσαγανό και από το ταλέντο του.
Ερώτηση: πως θα αντιμετωπίσει το θέμα μια γυναίκα σκηνοθέτης και μάλιστα μια Αγγλίδα, γαλουχημένη και μεγαλωμένη μέσα από την Βρετανική Σχολή του κινηματογράφου; Η ερώτηση είναι ρητορική, και η απάντηση θυμίζει λίγο το ανέκδοτο με τον τύπο που ήθελε να πάει στο Κάρνεγκι Χωλλ: πολύ, μα πάρα πολύ προσεκτικά.

Στο «We Need To Talk About Kevin» η σχολική σφαγή σπρώχνεται στο περιθώριο: δεν την βλέπουμε καν αλλά βλέπουμε τα μεθεόρτια της: τα περιπολικά, τα ασθενοφόρα που μεταφέρουν νεκρούς και τραυματίες, τους επιζώντες που παρακολουθούν σοκαρισμένοι με δάκρυα στα μάτια, τυχεροί που επέζησαν αλλά άτυχοι που η ζωή τους άλλαξε για πάντα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όλα αυτά τα βλέπουμε μέσα από μια σειρά flashback, στο παρελθόν και όχι στο παρόν. Το ίδιο το γεγονός μοιάζει σαν υποσημείωση σε κάτι βαθύτερο, στο οποίο επικεντρώνεται η πλοκή της ταινίας: στην μητέρα του νεαρού Kevin, Eva, στον καταρρακωμένο ψυχισμό της, στην διαλυμένη σχέση της τόσο με τον άντρα της όσο και με τον περίγυρό της, και στην απελπισμένη προσπάθεια της να σταθεί στα πόδια της σε έναν κόσμο που ξαφνικά την βλέπει σαν παρίσακτο – ακόμα και σαν υπεύθυνη για τις πράξεις του γιού της. Στο τέλος, τι πραγματικά έχει σημασία; Να προστατεύσει τον εαυτό της; Να προστατεύσει τον άρρωστο γιο της; Να ξαναφτιάξει την ζωή της; Ή να συμβιβαστεί;

Η Lynne Ramsay σκηνοθετεί όντως προσεκτικά, με πλήρη επίγνωση του δύσκολου έργου που έχει αναλαβει και του πόσο εύκολο είναι να χάσει τον προσανατολισμό της μέσα σε φτηνά κλισέ και δηλώσεις εντυπωσιασμού. Μοιάζει να ξέρει τις δυνατότητες και τα όριά της και προσέχει πάρα πολύ να μην ξεφύγει από αυτά: κάνε ό,τι ξέρεις καλύτερα και ποτέ κάτι παραπάνω. Δεν μπορεί να μπει στον ψυχισμό του νεαρού Kevin και δεν έχει νόημα να συγκεντρωθεί στις πράξεις του. Το κέντρο βάρους αναπόφευκτα είναι η μητέρα, και καλά κάνει η Ramsay που επικεντρώνεται σ’αυτήν.
Η Tilda Swinton μοιάζει από την αρχή ιδανική επιλογή στον κεντρικό ρόλο της Eva, και δεν απογοητεύει. Με δυναμική και με την τυπικά Βρετανική ψυχραιμία που χαρακτηρίζει την καριέρα της, παίρνει το ρίσκο και σηκώνει ολόκληρη την ταινία στους ώμους της. Αποζημιώνεται και αυτή και ο θεατής: η πρώτη κάνει μια από τις καλύτερες δουλειές της ζωής της – τολμώ να πω εφάμιλλη του Michael Clayton που της χάρισε το Οσκαρ – και ο δεύτερος απολαμβάνει μια ερμηνεία με νόημα, ουσία και δύναμη, από αυτές τις ερμηνείες που κάνουν τις περίπου δύο ώρες της ταινίας να περνάνε σα νεράκι.
Επικουρικά, ο John C. Reilly στον ρόλο του συζύγου της Eva δένει αναπάντεχα με την Swinton, ενώ στον ρόλο-κλειδί, αυτόν του Kevin, ο πιτσιρικάς Ezra Miller δίνει την υπόσχεση πως θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.
Όλοι μαζί, υπό τις οδηγίες της Ramsay και με βοήθεια την σφιχτοδεμένη απόδοση του ομώνυμου βιβλίου του Lionel Shriver από την ίδια, δίνουν μια ταινία που, αν μη τι άλλο, σε προκαλεί να σκεφτείς.

Ας πάρουμε λοιπόν ένα κεντρικό θέμα: αυτό μιας σχολικής σφαγής. Το Χόλλυγουντ μπορεί να το αντιμετώπιζε σαν μια ευκαιρία για νταβαντούρι, με επιφανειακά μυνήματα και φορτωμένο με τα τυπικά κλισέ στα οποία μας έχει συνηθίσει. Ο ανεξάρτητος αμερικάνος σκηνοθέτης θα το έβλεπε σαν ψευδο-ντοκυμαντέρ, με hand-heald camera, θόρυβο στον ήχο, επιτηδευμένα ερασιτεχνική λήψη.
Ερώτηση: πως θα έβλεπε το θέμα μια γυναίκα σκηνοθετης, και μάλιστα Αγγλίδα; Η ερώτηση είναι ρητορική, και η απάντηση είναι σαφής: Πρέπει Να Μιλήσουμε Για Τον Κέβιν.

Walk the Line

Και τι δεν έζησε αυτός ο άνθρωπος. Για δέκα ζωές! Σχεδόν πενήντα αδιάλειπτα χρόνια μουσικής (όσο λίγοι άλλοι στη σύγχρονη μουσική), ναρκωτικά, αλκοόλ, παρανομία. Μια ζωή σαν παραμύθι που στο ένδοξο τέλος της τοποθέτησε τον Johnny Cash (1932 – 2003) στην κορυφή της λαϊκής αμερικάνικης μουσικής παρέα με τον Bob Dylan. Και αυτός αντί να ακολουθήσει την μοιραία πτωτική πορεία σχεδόν όλων των μουσικών που τα γεράματα έρχονται να τους φθείρουν και να εξαφανίσουν την έμπνευση και την όρεξή τους, αυτός κατάφερε να πάει κόντρα στη φύση. Στα μέσα των ’90ς, σχεδόν στα 65 του και με 40 μουσικά χρόνια στην καμπούρα του αυτός τρέλανε τον κόσμο. Στα περίφημα τέσσερα άλμπουμ του στην American Recordings και με τη βοήθεια του παραγωγού Rick Rubin, τον ακούσαμε να διασκευάζει καλλιτέχνες που έχουν τα μισά, ίσως και παραπάνω, χρόνια του και που ούτε που θα σου πήγαινε το μυαλό σου ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί μαζί τους: Depeche Mode, Danzig, Beck, Soundgarden, Tom Petty, U2, Nick Cave και  ένα σωρό ακόμα. Ένα ακόμα δείγμα του πόσο μεγαλοπρεπής και ακομπλεξάριστος ήταν αυτός ο τύπος αλλά και πόσο μεγάλο μυαλό ήταν στα εβδομήντα του όταν παίρνει ένα τόσο αταίριαστο γι’ αυτόν ρεπερτόριο και το κάνει εντελώς δικό του. Και πόσο σε αφήνει να μείνεις με ανοιχτό το στόμα σαν χάνος όταν τον ακούς να διασκευάζει τόσο εκπληκτικά το Hurt των Nine Inch Nails λίγους μήνες πριν πεθάνει.

Αυτή λοιπόν η τόσο εκπληκτική η ζωή περνάει τόσο ωραία στο κινηματογραφικό πανί στο Walk the Line υπό την διεύθυνση του αμερικανού σκηνοθέτη James Mangold, το 2005, δυο χρόνια μετά τον θάνατο του Cash. Η Αμερική της δεκαετίας του ’50 αναπαρίσταται με μαεστρία, η μουσική έχει φυσικά τον πρώτο λόγο, χωρίς όμως να καπελώνει την πλοκή και την αφήγηση της ζωής αυτού του μεγάλου αμερικανού. Η ταινία επικεντρώνεται στην περίοδο της πρώτης του μεγάλης ακμής απ’ το πρώτο του single στην Sun (τον Ιούνιο του ’55, έναν ακριβώς  χρόνο μετά την κυκλοφορία  του πρώτου single του Elvis στην ίδια εταιρία), τα πρώτα χρόνια της επιτυχίας, τον έρωτά του με την June Carter, τις περιπέτειές του με το νόμο και τις καταχρήσεις, μέχρι την περίφημη συναυλία του στις φυλακές του Folsom και τελικά τον γάμο του με την Carter το 1968. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο Joaquin Phoenix και Reese Witherspoon δίνει ότι καλύτερο και η ροή της ταινίας κάνει τις δυο και κάτι ώρες της να φεύγουν σα νεράκι. Εν ολίγοις έχουμε να κάνουμε με μια απ’ τις καλύτερες μουσικές βιογραφίες που είδαμε ποτέ.

Μέχρι τη Δευτέρα λοιπόν μπορείτε να τον απολαύσετε στην απίστευτη διασκευή του στο Solitary Man του Neil Diamond σε μια ανατριχιαστική ερμηνεία και που συμβαίνει να είναι ένα απ’ τα αγαπημένα μου τραγούδια ever! Γιατί καμιά φορά τα αριστουργήματα δε χρειάζονται παρά μια ψυχωμένη φωνή και μια κιθάρα να τα σιγοντάρει!

Προβολή : Dr.Strangelove – S.O.S Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα

Stanley Kubrick και Peter Sellers : ο τέλειος συνδυασμός για μια από τις κορυφαίες πολιτικές σάτιρες όλων των εποχών, η οποία (πιστεύουμε επίκαιρα) θα προβληθεί από την Κινηματογραφική Λέσχη Αταλάντης. Δευτέρα, 7 Μαΐου στις 20:45 το βράδυ, σας περιμένουμε!

Dr.Strangelove

Μια ταινία για την πολιτική είναι πάντα επίκαιρη. Μια ταινία για τους πολιτικούς είναι ακόμη πιο επίκαιρη. Όταν στην συνταγή προσθέτεις μια γενναία δόση σάτιρας, τον Stanley Kubrick και τον Peter Sellers, τότε έχεις ένα αποτέλεσμα προορισμένο να αντέξει στους αιώνες. «Dr. Strangelove» ο τίτλος της ταινίας, «Πως Έπαψα Να Ανησυχώ Και Αγάπησα Την Βόμβα» ο  υπότιτλος, ίσως η καλύτερη σάτιρα του μεταπολεμικού κινηματογράφου και μια επώδυνη γροθιά στο στομάχι όλων των πολιτικάντηδων αυτού του δύσμοιρου πλανήτη. Πάω στοίχημα ότι μια τέτοια ταινία δεν πρόκειται ποτέ να προβληθεί σε κάποιο κομματικό συνέδριο.

Στην Αμερική του Ψυχρού Πολέμου, ένα γραφειοκρατικό λάθος οδηγεί τον ψυχολογικά ανισόρροπο Ταξίαρχο της Αεροπορίας Jack D.Ripper να δώσει εντολή για άμεση πυρηνική επίθεση εναντίον των Ρώσων. Βομβαρδιστικά Β-52 ξεκινούν από διάφορες αεροπορικές βάσεις με εντολές να ρίξουν τις βόμβες που μεταφέρουν σε διάφορους προκαθορισμένους στόχους σε όλη την Σοβιετική Ένωση. Πολύτιμος χρόνος χάνεται από τους υπεύθυνους στην προσπάθεια να καταλάβουν αν πρόκειται για πραγματική επίθεση ή άσκηση ετοιμότητας και, μόλις καταλήγουν στο ότι η υπόθεση είναι σοβαρή, προσπαθούν να ανακαλέσουν την εντολή και να αναγκάσουν τα βομβαρδιστικά να επιστρέψουν.  Εν των μεταξύ, το ρολόι μετράει αδυσώπητα τον χρόνο αντίστροφα πριν το τέλος – των πάντων; της Γης; Της Ανθρωπότητας; – , Στρατηγοί, πολιτικοί,πρέσβεις και επιστήμονες στη Αίθουσα Πολέμου προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται και να αναλάβουν δράση. Τα βομβαρδιστικά πλησιάζουν. Η βόμβα είναι οπλισμένη. Στο τέλος, με φόντο την θέα του πυρηνικού μανιταριού που υψώνεται, η Vera Lynn τραγουδάει με μπρίο «We’ll Meet Again«.

Λίγα μόνο μπορεί να πει κανείς για τον κορυφαίο Stanley Kubrick. Φιγουράρωντας πολύ ψηλά σε μια λίστα εκλεκτών, ο κορυφαίος ίσως αφηγητής της μεταπολεμικής περιόδου επιστρατεύει την μοναδική του ματιά για μια ταινία η οποία, αν και τοποθετείται σε στενά χρονικα και κοινονικοπολιτικά όρια (Ψυχροπολεμική Αμερική), στέλνει μηνύματα τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Άχρηστοι πολιτικοί υπάρχουν παντού και θα υπάρχουν για πάντα. Το ίδιο και στρατιωτικοί «καραβανάδικης» νοοτροπίας, όπως και φαφλατάδες επιστήμονες που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και στην ουσία δεν ξέρουν τίποτα. Η επίθεση εναντίον όλων αυτών αρχίζει από το πρώτο πλάνο και δεν τελειώνει στο τελευταίο καρέ – συνεχίζεται και μετά, και θα συνεχίζεται εσαεί, όσο υπάρχουν άχρηστοι που κατέχουν καρέκλες και θέσεις. Μόνο κάποιος σαν τον Kubrick θα είχε τα κότσια να μην τους λυπηθεί καθόλου, χτυπώντας τον πολιτικαντισμό εκεί που πραγματικά πονάει, στον εγωισμό και στην αυταρέσκεια. «Είστε όλοι άχρηστοι και μια μέρα θα καταστρέψετε τον κόσμο» μοιάζει να είναι το μήνυμα και, όσοι σηκώνουν το χέρι και φωνάζουν πίσω από πόντιουμ και τεράστιες αφίσσες καλά θα κάνουν να το καταλάβουν. Στο τελευταίο πλάνο – σε ένα μοναδικό κολάζ από εικόνες πυρηνικών εκρήξεων πλαισιωμένων με το τραγούδι-σταθμό της αείμνηστης Vera Lynn, «We’ll Meet Again» – το μύνημα της ταινίας δεν πάει προς όλους αυτούς που μας οδηγούν εκεί. Πάει σ’εμάς τους υπόλοιπους, και είναι απλό: στο χέρι μας είναι να γελάσουμε εμείς τελευταίοι.

Σε τριπλό, παρακαλώ, ρόλο, πραγματικός οδοστρωτήρας ο μεγαλύτερος κωμικός όλων των εποχών Peter Sellers, δίκαια αποσπά την υποψηφιότητα για το Όσκαρ Πρώτου Αντρικού Ρόλου και άδικα (κατά την γνώμη μου) το χάνει από τον Rex Harrison του «Ωραία Μου Κυρία». Ένας πραγματικός χαμαιλέοντας υποκριτικής, ο Peter Sellers κινήται με άνεση ανάμεσα σε τρεις ρόλους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους και τους ενώνει κάτω από το πρίσμα του ταλέντου του: ο Σμηναγός Lionel Mandrake, o Πρόεδρος των Η.Π.Α Merkin Muffley, o Ναζιστής και παρανοϊκός επιστήμονας Dr. Strangelove, είναι στην ουσία τρεις πλευρές του ίδιου ασαφούς χαρακτήρα, του ημιμαθούς, του άχρηστου, του αδύναμου, του φαφλατά. Παραπάνω ανάλυση δεν προσφέρει τίποτα – θα μπορούσαν να γραφτούν τόμοι ολόκληροι για έναν υποκριτικό άθλο που δίκαια κατατάσσεται ανάμεσα στις καλύτερες ερμηνείες που έχουμε δει ποτέ.
Δίπλα στον Peter Sellers, τεράστιοι ηθοποιοί προσφέρουν την εμπειρία τους. Ο George C. Scott, μερικά χρόνια πριν πάρει το Όσκαρ για την ερμηνεία του ως Στρατηγός Patton (το οποίο τελικά έτριψε στα μούτρα της Ακααδημίας), διαπρέπει στον ρόλο του Στρατηγού Turgidson, του μόνου ανθρώπου που προσπαθεί να σκεφτεί λογικά και να βρει μια λύση στον ορυμαγδό προβλημάτων που καλείται να αντιμετωπίσει, αλλά φυσικά αποτυγχάνει επειδή είναι κι αυτός μέρος των προβλημάτων. Ο Sterling Hayden τα ξεκινάει όλα, ένας παρανοϊκός καραβανάς που έχει φλιπάρει και ζει την ζωή του ανάμεσα σε συνομωσίες – φανταστικές και μη – και εχθρούς που επιβουλεύονται την Πατρίδα και το Έθνος – φανταστικούς και μη. Πραγματικός στρατιωτικός και στην προ Χόλλυγουντ ζωή του, o Hayden θα καταλήξει ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς χαρακτήρων, δεινός συγγραφέας και, όπως συχνά συμβαίνει, εντελώς υποτιμημένος.Θα φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο το 1986 και θα αναγνωριστεί μεταθανάτια.
Πίσω από ένα σεναριο που σκοτώνει, βρίσκεται ο ίδιος ο Kubrick, μαζί με την μαγική πένα του Terry Southern, και καταφέρνουν να εξελίξουν το κάπως τυπικό ψυχροπολεμικό θριλερ του Peter George «Red Alert» σε μια μαύρη κωμωδία χιλιόμετρα ανώτερη του πρωτοτύπου. Είναι γνωστό το σκηνοθετικό ταλέντο του Kubrick στην μεταφορά υλικού στην Μεγάλη Οθόνη, κάτι που είναι φανερό σε δείγματα όπως η «Lolita» του Nabokov, δύο χρόνια πριν, όσο και η «Λάμψη» του Stephen King το 1980. Στο Dr. Strangelove αποδεικνύει ότι έχει το άγγιγμα του Μήδα και σαν διασκευαστής σεναρίων. Θα ήταν όμως το ίδιο εκπληκτικό το αποτέλεσμα αν δεν υπήρχε ο Terry Southern; Ίσως όχι τόσο σφιχτό και μαυρο, αλλά πιστεύω πως ναι, θα διεκδικούσε την θέση στην Ιστορία που του αρμόζει.

Θα κλείσω με κάτι που φαίνεται άσχετο. Στο βιβλίο του – αγαπημένου μου – Douglas Adams «Γυρίστε τον Γαλαξία Με Ωτοστόπ», περιγράφεται το ομότιτλο βιβλίο, ένας διαγαλαξιακός οδηγός για όλους τους πολιτισμούς που υπάρχουν στον Γαλαξία μας. Σύμφωνα με το βιβλίο «πρόκειται για έναν οδηγό με λήμματα ως επί το πλήστον ελλειπή ή εντελώς ψεύτικα, που ωστόσο είναι χρήσιμος για δύο λόγους. Πρώτον, είναι ελάχιστα φθηνότερος από την Διαγαλαξιακή Εγκυκλοπέδια, και δευτερον, στο οπισθόφυλλο έχει τυπωμένη με τεράστια γράμματα την λέξη «ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ».
Τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με την ταινία μας; Τώρα που το καλοσκεφτομαι, αυτό είναι το μύνημα που περνάει. Ό,τι και να συμβεί την επόμενη μέρα, απλά και μόνο «ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ»!