Breaking the Waves

Κάθε ταινία του δανού Lars von Trier είναι φτιαγμένη για να συζητηθεί. Κι αν αυτό είναι πλέον κοινός τόπος σήμερα στην σχεδόν τριαντάχρονη πορεία του μπορεί να σκεφτεί κανείς τι σοκ προκάλεσε αυτή εδώ περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν μιας και ήταν η πρώτη του με την οποία συστήθηκε στο ευρύ κοινό. Οι συζητήσεις πήγαιναν κι ερχόντουσαν, μπόλικο μελάνι χύθηκε από κριτικούς και μη, το όνομά του άρχισε να μπαίνει παντού, αλλά η αλήθεια παραμένει μία: ότι πρόκειται για μια εκπληκτική ταινία που όχι μόνο τον έβαλε στα μεγάλα σαλόνια, ακόμα και στα όσκαρ αλλά σήμερα, αποτιμώντας το έργο του, μπορούμε να την ξαναθυμηθούμε με ανοιχτή ματιά και ενδεχομένως παραμερίζοντας στην άκρη τον τόσο δύστροπο και κατα γενική ομολογία αχώνευτο χαρακτήρα του. Όντως ο Trier μαζί με τον Ingmar Bergman (φαίνεται τό ‘χουν στο αίμα τους αυτοί οι σκανδιναβοί) πρέπει να είναι οι πιο αντιπαθητικοί δημιουργοί του σινεμά ever. Όμως πρέπει να αξιολογούμε πάντα το έργο του κάθε καλλιτέχνη και όχι το χαρακτήρα του και υπό αυτήν την οπτική γωνία οφείλει ο καθένας να παραδεχτεί ότι ποτέ μια ταινία του Trier δεν μπορεί να είναι αδιάφορη.

Στο προκείμενο τώρα, η τανία αφηγείται την ιστορία της Μπες, μιας άβγαλτης ερωτικά και μάλλον ψυχικά διαταραγμένης και καταπιεσμένης σκωτσέζας, η οποία σε πείσμα της θρησκόληπτης οικογένειάς της παντρεύεται έναν εντελώς κόντρα τύπο για την κοινωνία της, τον Γιαν. Δεν προλαβαίνουν να χαρούν τίποτα και ο Γιαν μένει παράλυτος από ένα εργατικό ατύχημα. Από μια παράξενη διαστροφή ή κατά βάθος από αίσθημα αυτολύπησης την ωθεί να βρει εραστή μιας και αυτός είναι σεξουαλικά ανίκανος και αυτή όχι μόνο τον υπακούει αλλά πιστεύει ότι αυτό είναι και το θέλημα του Θεού. Ο περίγυρός της φυσικά σχεδόν την αφορίζει κοινωνικά αλλά αυτή πλέον είναι ανίκανη να σκεφτεί την κοινωνική της θέση και ωθούμενη τυφλά αποκλειστικά απ’ την αγάπη της για τον Γιαν φτάνει στα άκρα.

Όποιος θα δει το Breaking the Waves θα αναρωτηθεί: Τι είναι τούτο το πράμα; Μια βλασφημία προς το πρόσωπο του Θεού, ένας ύμνος στην απόλυτη αγάπη, μια γερή κλωτσιά στα αχαμνά όλων των απανταχού συντηρητικών κοινωνιών και μυαλών; Είναι όλα αυτά μαζί!  Αλλά  και ταυτόχρονα η τέλεια ερμηνεία της Emily Watson (που προτάθηκε για όσκαρ εκείνη τη χρονιά) και γι’ αυτό το λόγο μια κατά βάθος «γυναικεία» ταινία (εδώ που τα λέμε είναι η τρίτη συνεχόμενη «γυναικεία» ταινία που προβάλουμε) αλλά τόσο διαφορετική απ’ ότιδήποτε έχουμε συναντήσει στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Και βέβαια είναι η καλύτερη επιλογή για να ξεκινήσει κανείς την γνωριμία του με τον Trier.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: